Ομιλίες

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ
Ματθ. στ΄, 14-21

εξορια του Αδάμ και της εύαςΣήμερα Κυριακή της Τυρινής και από αύριο αρχίζει η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή, η οποία καθώς προηγείται της Μεγάλης Εβδομάδος, μας προετοιμάζει να ζήσουμε κατά το δυνατόν καλύτερα τα άγια Πάθη και την ζωηφόρο Ανάσταση , μας βοηθά να συμμετάσχουμε και εμείς στον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού.
Πώς όμως θα πρέπει να περάσουμε την περίοδο αυτή μας το λέει το σημερινό Ευαγγέλιο. Μας υποδεικνύει α) να συγχωρέσουμε ο ένας τον άλλο· «εάν δεν συγχωρέσετε τους ανθρώπους για τα παραπώματά τους, ούτε και ο (ουράνιος) πατέρας θα συγχωρέσει εσάς για τα δικά σας παραπτώματα  β) να νηστεύσουμε και γ) να θησαυρίσουμε όχι επί της γης αλλά «θησαυρούς ἐν οὐ­ρανῷ».
Σπουδαία και μεγάλα και τα τρία θέματα. Ας περιοριστούμε σήμερα και ας δούμε κάπως καλύτερα το θέμα της νηστείας.
Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο, τους πρωτοπλάστους, «κατ’ εἰκόνα» δική του, για να φθάσουν στο «καθ’ ομοίωσιν». Δηλαδή τους έδωσε τις προϋποθέσεις, τη δυνατότητα να προχωρήσουν σταδιακά και να τελειοποιηθούν, να γίνουν όμοιοι με αυτόν κατά την αφθαρσία, δηλαδή να ζουν χωρίς αρρώστια και θάνατο, και όμοιοι με αυτόν κατά την αρετή. Και αυτή η ωρίμανση θα γινόταν με άσκηση, με την τήρηση μιας εντολής. Η εντολή δε αυτή ήταν να κάνουν μια μικρή νηστεία. «Από κάθε δένδρο που είναι στον παράδεισο μπορείτε να φάτε. Από το δένδρο όμως της γνώσεως του καλού και του κακού δεν πρέπει να φάτε». Και τους προειδοποίησε· «τη μέρα που θα φάτε από αυτό θα πεθάνετε». Με την τήρηση δε της εντολής αυτής θα καλλιεργούσαν και θα έδειχναν την υπακοή που έχει μέσα της την ταπείνωση και την αγάπη.
Ο διάβολος όμως που είχε ήδη ξεπέσει από υπερηφάνεια, το δηλητήριο αυτό της υπερηφάνειας το πρόσφερε στην Εύα. «Όχι της είπε, αν φάτε δε θα πεθάνετε αλλά θα γίνετε «ως θεοί»». Έτσι παρασύρθηκαν οι πρωτόπλαστοι και έφαγαν και με το να μη νηστέψουν έχασαν τον παράδεισο, απέκτησαν την φθορά και οδηγήθηκαν στο θάνατο. Και για να τον ξανακερδίσουν και να ζήσουν, πρέπει να βαδίσουν τον αντίθετο δρόμο, δηλαδή χρειάζεται να νηστεύσουν.
Αυτό έκανε ο Χριστός, και νήστεψε σαράντα μέρες στην έρημο· όχι γιατί το χρειαζόταν αλλά για χάρη μας, για να κατανικήσει το διάβολο. Αυτό έκαναν και οι άγιοι Απόστολοι και καθόρισαν τη νηστεία της Μ. Τεσσαρακοστής με τον  69ο κανόνα τους, ο οποίος λέει ότι κάθε κληρικός που δεν νηστεύει την Μ. Τεσσαρακοστή καθώς και τις Τετάρτες και Παρασκευές, χωρίς να έχει λόγο υγείας, να καθαιρείται, αν δε είναι λαϊκός να αφορίζεται.
Είναι λοιπόν απαραίτητη η νηστεία για τον κάθε χριστιανό. Πώς όμως θα μπορέσουμε καλύτερα και επωφελέστερα να την μετέλθουμε; Να μερικά που θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν.
Πρωτίστως να μη τη βλέπουμε ως αγγαρεία αλλά ως φάρμακο για τη θεραπεία της ψυχής μας. Η ψυχή μας είναι άρρωστη και η αρρώστιά της είναι η φιλαυτία, μορφές της οποίας είναι η φιληδονία και η γαστριμαργία, δηλαδή το να τρώμε για να ευχαριστηθούμε. Ο πνευματικός άνθρωπος τρώει από ανάγκη· τρώει μόνο ότι είναι απαραίτητο και μόνο όσο χρειάζεται για να ζήσει. Και ακριβώς ο σκοπός της νηστείας δεν είναι απλώς το να στερηθούμε κάποιες τροφές αλλά το να ξεκολλήσει η ψυχή μας από τα ευχάριστα φαγητά και ελεύθερη να στραφεί προς τον Θεό και να ενωθεί με αυτόν. Δύσκολη η θεραπεία και ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος προτείνει ένα τέχνασμα. Να νηστέψουμε πρωτίστως από τα λιπαρά, μετά από τα ερεθιστικά και έπειτα από τα εύγεστα.
Ακόμη για να έχει πνευματική αξία η νηστεία μας πρέπει να στηρίζεται στην πίστη. Η νηστεία της Εκκλησίας αν και έχει ευεργετικά αποτελέσματα και στη σωματική υγεία, όμως ο σκοπός της είναι καθαρά πνευματικός. Δεν γίνεται ούτε για λόγους υγείας, ούτε για να χάσουμε κιλά ούτε για διαμόρφωση «σιλουέτας». Αιτία και σκοπός της νηστείας είναι ο Χριστός.
Επί πλέον η νηστεία ως εγκράτεια, για να έχει αποτελέσματα πρέπει να είναι γενική, ολοκληρωμένη. Δηλαδή να μη περιορίζεται στην κοιλιά αλλά να επεκτείνεται και στην όραση και στην ακοή και γενικά σε όλες τις αισθήσεις. Τι όφελος αν κλείνω την πόρτα στον εχθρό αφήνω όμως ανοικτά τα παράθυρα; «Αυτός που περιορίζει την νηστεία μόνο στην αποχή των φαγητών, μας λέει ο άγ. Ιωάννης Χρυσόστομος, αυτός είναι που περισσότερο την ατιμάζει… Ας μη νηστεύει μόνο το στόμα αλλά και τα μάτια και η ακοή και τα πόδια και τα χέρια και όλα τα μέλη του σώματος». Και ακόμη πιο πολύ, η νηστεία να μη περιορίζεται στις αισθήσεις αλλά να επεκτείνεται και να είναι αποχή από κάθε είδος αμαρτίας. «Αληθινή νηστεία, τονίζει ο Μ. Βασίλειος, είναι η αποξένωση από το κακό· η εγκράτεια της γλώσσας, η αποχή από το θυμό, ο χωρισμός από τις (κακές)επιθυμίες, από την καταλαλιά, το ψέμα, την επιορκία. Η στέρηση αυτών είναι αληθινή νηστεία». Και πράγματι τι πνευματικό όφελος θα έχω αν δεν τρώω κάποιες τροφές τρώγω όμως το δίκιο ή την υπόληψη του άλλου;
Τέλος, η νηστεία που είναι κάτι το αρνητικό, μια στέρηση, καλό είναι να συνοδεύεται και με θετικές αρετές όπως είναι η προσευχή και η ελεημοσύνη. «Νηστεύεις; Δείξε το μου, με αυτά τα έργα, λέει και πάλι ο χρυσορρήμων άγιος. Ποια έργα; Αν δεις πτωχό ελέησέ τον· αν δεις εχθρό συμφιλιώσου μαζί του· αν δεις φίλο που προκόβει μη τον βασκάνεις…».
Αλλά πάνω από όλα, ως επιστέγασμα, χρειάζεται η ταπείνωση. Αν κάθε καλό έργο κινδυνεύει από την υπερηφάνεια, είναι προφανές ότι και η νηστεία για να μας ωφελήσει, οι κόποι της να μη πάνε χαμένοι, οι καρποί της να διατηρηθούν, χρειάζεται η ασφάλεια της ταπεινώσεως. Γι’ αυτό και ο Κύριος συμβουλεύει· «Όταν νηστεύετε μη γίνεστε σκυθρωποί όπως οι υποκριτές παραμορφώνουν το πρόσωπό τους για να δείξουν στους ανθρώπους ότι νηστεύουν. Σας βεβαιώνω ότι έτσι έχουν πάρει ήδη το μισθό τους, δηλαδή τους επαίνους των ανθρώπων. Εσύ αντίθετα, όταν νηστεύεις περιποιήσου τα μαλλιά και νίψε το πρόσωπό σου, για να μη φανεί στους ανθρώπους η νηστεία σου, αλλά στον Πατέρα σου που είναι παντού. Και ο Πατέρας σου  που βλέπει και τα κρυπτά, θα σου αποδώσει στα φανερά την αμοιβή σου».
Αυτή την αμοιβή είθε και εμείς να επιτύχουμε «ἀναζωσάμενοι, με πολλή ταπείνωση και πολλές υπομονές, τόν καλόν τῆς νηστείας ἀγώνα», με τις πρεσβείες της Παναγίας Μητέρας μας και όλων των Αγίων. Αμήν.

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ
Ματθ. κε΄, 31-46

Δευτερα παρουσίαΣήμερα, όπως είναι γνωστό, είναι η Κυριακή των Απόκρεω, η οποία ονομάζεται έτσι διότι σήμερα το βράδυ σταματούν οι χριστιανοί να τρώνε το κρέας, και από αύριο αρχίζει η εβδομάδα της Τυρινής, κατά την οποία τρώμε όλα τα υπόλοιπα και όλες τις μέρες, γίνεται δηλαδή η λεγομένη λευκή νηστεία, προκειμένου από την Καθαρά Δευτέρα να μπούμε στην καθ’ αυτό νηστεία. Ονομάζεται όμως η σημερινή ημέρα και Κυριακή της Κρίσεως, καθότι «μνείαν ποιούμεθα τῆς Δευτέρας καί ἀδεκάστου Παρουσίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» και της φοβεράς κρίσεως που θα επακολουθήσει.
Όταν έλθει λοιπόν ο Χριστός μας με όλη του τη θεϊκή δόξα και μαζί του όλοι οι άγγελοί του, τότε θα καθίσει στο θρόνο της άκτιστης δόξας του και θα μαζευτούν μπροστά του όλα τα έθνη, όλοι όσοι έζησαν μέχρι την ώρα εκείνη και θα τους ξεχωρίσει, όπως ο βοσκός χωρίζει τα πρόβατα από τα κατσίκια. Τα πρόβατα θα τα βάλει δεξιά και τα κατσίκια αριστερά. Θα πει δε σε αυτούς που θα βρίσκονται δεξιά. Ελάτε οι ευλογημένοι του Πατέρα μου και κληρονομήσατε τη βασιλεία που σας ετοιμάστηκε από την αρχή του κόσμου. Διότι πείνασα και μου δώσατε να φάω, δίψασα και με ποτίσατε, ήμουν, ξένος και με περιμαζέψατε, γυμνός και με ντύσατε, άρρωστος και με επισκεφθήκατε, στη φυλακή και ήρθατε να με δείτε.
Στην απορία δε των δικαίων πότε είδαν και πρόσφεραν στο Χριστό τα όσα προαναφέρθηκαν, θα απαντήσει· εφ’ όσον τα κάνατε σε ένα από τους ελάχιστους αδελφούς μου, σε μένα τα κάνατε. Στους άλλους, που θα είναι στα αριστερά, θα πει· φύγετε από μένα και πηγαίνετε στην αιώνια φωτιά που ετοιμάστηκε για το διάβολο και τους αγγέλους του. Διότι ενώ με είδατε πεινασμένο, διψασμένο, ξένο, γυμνό, άρρωστο και στη φυλακή δεν μου προσφέρατε τίποτε. Και όταν τον ρωτήσουν, πότε τον είδαν σε κάποια ανάγκη και δεν τον εξυπηρέτησαν, θα τους απαντήσει· εφ’ όσον δεν κάνατε το καλό σε ένα από τους άσημους αδελφούς μου, ούτε σε μένα το κάνατε. Και αυτοί μεν θα απέλθουν στην αιώνια κόλαση οι δε δίκαιοι θα ζήσουν την αιώνια ζωή.
Αυτή είναι, κάπως απλά και συνεπτυγμένα, η εικόνα της μέλλουσας και τελικής κρίσεως την οποία μας έδωσε ο Χριστός, και ας προσπαθήσουμε τώρα να προσέξουμε και να εξηγήσουμε κάποια της σημεία.
Κατ’ αρχάς, ας τονίσουμε ότι την είπε το αψευδές στόμα του Κυρίου μας. Αυτό σημαίνει ότι θα γίνει οπωσδήποτε. Και αυτό έχει μεγάλη σημασία για την πνευματική-χριστιανική μας ζωή. όπως ο αθλητής έχει το νου του στον στόχο, στο τέρμα, και εγκρατεύεται και προπονείται για να επιτύχει αυτόν τον στόχο, έτσι και εμείς χρειάζεται να έχουμε συχνά-πυκνά το νου μας στο θάνατο και την κρίση. Να μη καλοστρωνόμαστε, βολευόμαστε σε ατή τη ζωή, αλλά να προετοιμαζόμαστε για να δώσουμε την «καλή απολογία». Να καταστήσουμε τον εαυτό μας κατάλληλο για να κληρονομήσει την αιώνια, τη θεϊκή ζωή. Ή καλύτερα να αρχίσουμε από τώρα να ζούμε την αιώνια ζωή. Να φροντίσουμε, εν όσω έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά σε αυτή τη ζωή, να αποκτήσουμε όλα εκείνα που ζήτησε ο Χριστός προκειμένου να πει· «δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν».
Ζήτησε την αγάπη μέσα στην οποία είναι και όλες οι άλλες αρετές. Για να κληρονομήσουμε την βασιλεία του Θεού πρέπει να είμαστε παιδιά του και μάλιστα πραγματικά και ζωντανά. Υιός του Θεού αγαπητός είναι ο Χριστός. Και εμείς γινόμαστε αγαπητοί υιοί και θυγατέρες του Θεού, μόνο αν γίνουμε ένα με το Χριστό με το άγιο Βάπτισμα, και στη συνέχεια είμαστε ζωντανά μέλη του Σώματός του, της Εκκλησίας του, με την κοινωνία του Σώματος και του Αίματός του αλλά και με τις άγιες αρετές, και μάλιστα της ταπεινώσεως και της αγάπης.
Και αυτά, επαναλαμβάνουμε, πρέπει να γίνουν στην παρούσα ζωή. Εάν δεν γίνουν εδώ μη περιμένουμε να γίνουν εκεί. Εδώ είναι το στάδιο των αγώνων και της προετοιμασίας. Εδώ πρέπει να θεραπευτεί η ψυχή μας, από εδώ πρέπει να έχουμε αισθητή μέσα μας την παρουσία του Αγίου Πνεύματος, τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, που πρώτος και κύριος είναι η αγάπη. Εκεί είναι το στάδιο της κρίσεως και της ανταποδόσεως. Της χωρίς τέλος θεϊκής ζωής ή της ατέλειωτης κολάσεως την οποία ζει ο αμετανόητος διάβολος.
Δεύτερον. Γνωρίζουμε, ιδιαίτερα με τις παραβολές του τελώνου και Φαρισαίου καθώς και του ασώτου υιού, ότι ο Θεός μας είναι Θεός συγγνώμης, ελέους, αγάπης. Πώς τώρα παρουσιάζεται ως αυστηρός Κριτής ο οποίος στέλνει κάποιους στο «πυρ το αιώνιον»; Μήπως αλλάζει ο Θεός; Ας αναφέρουμε δύο παραδείγματα.
Ο ήλιος με την ακτινοβολία του φαίνεται να προκαλεί δυο διαμετρικά αντίθετα αποτελέσματα. Όταν πέσει πάνω στον σκληρό πάγο τον μαλακώνει, τον κάνει νερό. Όταν πέσει πάνω στη μαλακιά λάσπη τη σκληραίνει. Δεν αλλάζει ο ήλιος ούτε η ακτινοβολία του αλλά έχουμε διαφορετικά αποτελέσματα διότι αλλάζει η φύση των σωμάτων πάνω στα οποία πέφτει.
Και κάτι πιο ανθρώπινο. Η παρουσία του ίδιου ανθρώπου χαροποιεί εκείνον που τον αγαπά και στενοχωρεί, «καίει» εκείνον που τον μισεί, τον εχθρεύεται.
Και ο Θεός πάντα και προς όλους είναι αγάπη. Αλλά η αγάπη του Θεού ευφραίνει τους αγίους, εκείνους δηλαδή που τον αγαπούν και θλίβει, κατακαίει τον διάβολο διότι εχθρεύεται τον Θεό.
Στον παρόντα αιώνα, πριν από τη Δευτέρα Παρουσία του ο Χριστός μακροθυμεί. Διακριτικά αποκρύπτει την παρουσία του και αφήνει τον καθένα να διαλέξει· το Χριστό και τη ζωή του Χριστού ή τη ζωή χωρίς Χριστό, τη ζωή, την κόλαση που ζει ο διάβολος. Όμως αυτό δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ άπειρον. Κάποτε θα μπουν τα πράγματα στη θέση τους. Αφού καθένας σταθεροποιηθεί σ’ αυτό που διάλεξε, θα ξαναέλθει ο Χριστός ως Κύριος των πάντων, θα καταστήσει εμφανή την Παρουσία του, οπότε καθένας, ανάλογα με αυτό που επέλεξε και έγινε, ανάλογα με τη μετάνοια ή την αμετανοησία του, θα πάρει τη θέση του. Οι μετανοημένοι που αγάπησαν το Χριστό και τους αδελφούς του θα τον βλέπουν και θα χαίρονται· θα κληρονομήσουν την αιώνιο ζωή της αγάπης του Χριστού. Οι αμετανόητοι που δεν θεράπευσαν την καρδιά τους, που δεν απόκτησαν την ανιδιοτελή, τη θυσιαστική αγάπη του Χριστού, θα έχουν σκοτάδι πνευματικό και κόλαση αιώνιο, χωρίς τελειωμό, εφ’ όσον «ἐν τῷ Ἅδῃ οὔκ ἔστι μετάνοια».
Αυτή την αιώνιο κόλαση φοβούμενοι και την αιώνιο ζωή αγαπώντας, ας φροντίσουμε, εκμεταλλευόμενοι την μακροθυμία του αγίου Τριαδικού Θεού, εν όσω έχουμε τα μάτια ανοιχτά στην παρούσα ζωή, να αποκτήσουμε την αγάπη που θυσιάζεται, με τον φιλότιμη προσπάθειά μας και προπαντός με τη χάρη του Χριστού, για να αξιωθούμε της εκ δεξιών του παραστάσεως, μαζί με την Παναγία Μητέρα μας και με όλους τους αγίους. Αμήν.

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ΛΟΥΚΑ
ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ
Λουκ. ιε΄, 11-32

sanday-of-asotosΣήμερα, Κυριακή του Ασώτου, βρισκόμαστε στη δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου. Της πολύ σημαντικής αυτής περιόδου για την Εκκλησία μας, η οποία όπως και άλλοτε τονίστηκε, δεν είναι όπως από πολλούς θεωρείται και βιώνεται περίοδος γλεντιών, ξεφαντωμάτων, χορών και καρναβαλιών, αλλά αντιθέτως περίοδος κατανύξεως, δακρύων, συντριβής, μετανοίας.
Για αυτή τη μετάνοια μας ομιλεί κατ’ εξοχήν η παραβολή την οποία ακούσαμε σήμερα, η λεγομένη του Ασώτου, την οποία είπε ο Κύριός μας για τους Φαρισαίους της εποχής του, είπε όμως και για μας, για τη δική μας μετάνοια και σωτηρία. Είναι δε τόσο σημαντική ώστε να χαρακτηρίζεται ως Ευαγγέλιο των Ευαγγελίων, καθώς θα μπορούσαμε να πούμε, ότι και όλο το Ευαγγέλιο αν χανόταν έμενε δε μόνον η παραβολή αυτή, θα ήταν αρκετή για να μας οδηγήσει στη σωτηρία.
Κάποιος πατέρας είχε δυο γιούς και ο μικρότερος από αυτούς του ζήτησε το μερίδιο της περιουσίας που του αναλογούσε. Και εκείνος τους μοίρασε την περιουσία του.
Πατέρας είναι ο Θεός και εμείς τα παιδιά του. Περιουσία είναι τα διάφορα χαρίσματα, οι δυνατότητες και οι ικανότητες , οι σωματικές και οι ψυχικές. Κοντά σ’ αυτά είναι η χάρη του αγίου Πνεύματος την οποία πήραμε με το άγιο Βάπτισμα και τα άλλα Μυστήρια της Εκκλησίας μας και εκείνο που χρειάζεται είναι να ζούμε στο σπίτι του πατέρα, δηλαδή μέσα στην Εκκλησία, κατά το θέλημα του Θεού για να αξιωθούμε να γίνουμε κληρονόμοι των αγαθών του, της βασιλείας του.
Ύστερα από λίγε μέρες ο νεώτερος γιος τα μάζεψε όλα και έφυγε σε χώρα μακρινή, όπου σκόρπισε την περιουσία του, κάνοντας άσωτη ζωή. Καθώς στερούνταν αναγκάστηκε να γίνει χοιροβοσκός, αλλά και εκεί δεν του έδιναν ούτε τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι.
Με τις αμαρτίες μας φεύγουμε από το Θεό, και τα χαρίσματα που πήραμε από αυτόν τα σπαταλάμε στις εφήμερες ηδονές, στις ικανοποιήσεις των παθών, της φιληδονίας, της φιλαργυρίας και της φιλοδοξίας. Όμως η ζωή της αμαρτίας, ενώ στην αρχή είναι γλυκιά,  δεν αργεί να γίνει πικρή και άχαρη. Την ηδονή της αμαρτίας τη διαδέχεται πάντα η οδύνη, ο πόνος. Τότε ο άνθρωπος προσπαθεί τον πόνο αυτό να τον γλυκάνει με νέα ηδονή η οποία φέρνει νέα οδύνη και έτσι το πράγμα πάει από το κακό στο χειρότερο. Έτσι έχουμε την πείνα την πνευματική που οδηγεί στο θάνατο τον πνευματικό.
Όμως όσο ο άνθρωπος έχει τα μάτια του ανοικτά, πάντα υπάρχει η ελπίδα και η δυνατότητα της σωτηρίας. Τι πρέπει να γίνει; Μας το υποδεικνύει ο άσωτος.
Ήλθε «εἰς ἑαυτὸν», συνήλθε και είπε· οι εργάτες του πατέρα μου έχουν περίσσιο ψωμί και εγώ πεθαίνω της πείνας. «ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου». Θα σηκωθώ και θα γυρίσω στον πατέρα.
Χρειάζεται να δούμε και να παραδεχθούμε την ταλαιπωρία και αμαρτία μας. Πολλές φορές ο άνθρωπος, ιδίως ο σημερινός, ενώ αμαρτάνει δεν το καταλαβαίνει ή ακόμη χειρότερα, δικαιολογεί την αμαρτία και τη θεωρεί σαν κάτι καλό και φυσιολογικό.
Δεύτερο, να πονέσουμε για την αμαρτία, πράγμα που είναι πολύ σημαντικό. Για να έχουμε πραγματική και βαθιά μετάνοια χρειάζεται πολύς πόνος, χρειάζονται δάκρυα, χρειάζεται να κλάψουμε για τις αμαρτίες μας.
Τρίτο, αφού μισήσουμε την αμαρτία να γυρίσουμε και να επιστρέψουμε στο Θεό. Να στρέψουμε το νου μας σ’ αυτόν με την προσευχή, με επιδίωξη την απόκτηση της αδιαλείπτου προσευχής. Να στρέψουμε την καρδιά, την επιθυμία μας σ’ αυτόν, να ποθούμε  και να αγωνιζόμαστε να αποκτήσουμε μόνο αυτόν.
Τέταρτον να ομολογήσουμε ξεκάθαρα και με ταπείνωση όχι μόνο μέσα μας αλλά και εξωτερικά τις αμαρτίες μας. “ Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου». Αμάρτησα και δεν είμαι άξιος να λέγομαι γιος σου. Αυτό θα γίνει με την ενώπιον του Πνευματικού  ιερά Εξομολόγηση. Και ο Θεός που είναι Πατέρας μας είναι πάντα έτοιμος να μας δεχθεί και να μας χαρίσει «τὴν στολὴν τὴν πρώτην», τη στολή της χάριτός του, «τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν» την ευφροσύνη, το πανηγύρι της Βασιλείας του. Το πρόβλημα δεν είναι στο Θεό αλλά σε μας. Το πρόβλημα είναι αν εμείς θα μετανοήσουμε, αν εμείς θα γυρίσουμε πραγματικά κοντά του. Και αυτά δεν είναι απλά λόγια αλλά πραγματικότητες που τις βλέπουμε στη ζωή των αγίων της Εκκλησίας μας. Μεγάλοι αμαρτωλοί με τη βαθιά, την πραγματική μετάνοια σώθηκαν και έγιναν μεγάλοι άγιοι.
Αλλά ας αναφερθούμε με συντομία και στο μεγάλο γιο ο οποίος ζούσε μεν κοντά στον πατέρα, έκανε τις εντολές του, αλλά, φαίνεται, κατά ένα τρόπο τυπικό. Δεν έκανε μεγάλες εξωτερικά αμαρτίες αλλά και δεν είχε αρετές. Από τη συμπεριφορά που έδειξε απέναντι στον αδελφό του φάνηκε ότι είχε υπερηφάνεια, είχε καλή ιδέα για τον εαυτό του, και έλλειψη αγάπης με ζήλια. Η συμπεριφορά του έμοιαζε με εκείνη των Φαρισαίων οι οποίοι κρίνοντας “κατ’ ὄψιν” θεωρούσαν τους εαυτούς τους αγαθούς και άξιους των ευλογιών του Θεού, τους αμαρτωλούς δε τους έβλεπαν χωρίς συμπάθεια και δεν μπορούσαν να φανταστούν το έργο και τα αποτελέσματα της μετανοίας. Άσωτος δεν ήταν μόνο ο μικρός γιος –εκείνος ήταν φανερά- αλλά και ο μεγάλος, διότι εξωτερικά ήταν εντάξει αλλά εσωτερικά δεν είχε υποστεί την καλή αλλοίωση. Και ο μεν, «νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε»· μετανόησε, επέστρεψε και σώθηκε· ο άλλος δε δεν ξέρομε τι τελικά απέγινε· πιθανώς, εμμένοντας στην αμετανοησία του να έμεινε έξω από το πανηγύρι, έξω από την σωτηρία.
Συμπέρασμα: και οι δυο ήταν «άσωτοι»· κατ’ επέκτασιν όλοι είμαστε αμαρτωλοί. Θα σωθούμε όμως εάν δεν θα αυτοδικαιωθούμε, αλλά θα συναισθανθούμε την αμαρτωλότητά μας, θα μετανοήσουμε και θα επιστρέψουμε στον φιλεύσπλαχνο Πατέρα, που είναι έτοιμος να μας δεχθεί και να μας δώσει τα αγαθά του, τη βασιλεία του. Αμήν.

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ΄ΛΟΥΚΑ
ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ
Λουκ. ιη΄, 10-14

Τελώνου και ΦαρισαίουΣήμερα, όπως είναι γνωστό, είναι η λεγομένη Κυριακή του τελώνου και του Φαρισαίου, και από σήμερα αρχίζει η περίοδος της Εκκλησία μας που ονομάζεται Τριώδιο. Ονομάζεται δε έτσι διότι στις ακολουθίες χρησιμοποιείται το βιβλίο που λέγεται Τριώδιο, καθώς στους ύμνους που περιέχει και ονομάζονται κανόνες, έχει τρεις ωδές και όχι οκτώ όπως η Παρακλητική.
Η περίοδος αυτή είναι πολύ σπουδαία για την Εκκλησία μας αλλά και για τον κάθε χριστιανό. Και αυτό διότι δεν είναι όπως από πολλούς πιστεύεται αλλά και βιώνεται περίοδος γλεντιού, ξεφαντώματος και καρναβαλιών, τα οποία καρναβάλια είναι ειδωλολατρικής προελεύσεως, αλλά αντίθετα περίοδος κατανύξεως, περισυλλογής, μετανοίας. «Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας ζωοδότα» άρχισε από σήμερα να ψάλει η Εκκλησία.
Η μετάνοια δε είναι η πύλη της Βασιλείας του Θεού, του Παραδείσου, και βάση, κατώφλι αυτής της πύλης είναι η ταπείνωση· και για αυτήν ακριβώς την ταπείνωση μας ομιλεί ο Κύριος με τη σημερινή παραβολή, την οποία είπε, αλλά και λέει, προς όλους εκείνους που έχουν πεποίθηση στον εαυτό τους, ότι είναι δίκαιοι, ενάρετοι και περιφρονούν τους άλλους.
Ανέβηκαν λοιπόν δύο άνθρωποι στο ιερό, στο ναό για να προσευχηθούν. Και ο ένας ήταν Φαρισαίος ο άλλος δε τελώνης.
Οι Φαρισαίοι ασχολούταν κατά τρόπο ιδιαίτερο με το νόμο, την τότε Αγία Γραφή, τον εξηγούσαν και τον τηρούσαν σχολαστικά. Και ο Φαρισαίος της παραβολής, καθώς έλεγε, και εμείς δεν έχουμε λόγο να αμφισβητήσουμε, εξασκούσε κάποιες αρετές. Νήστευε, έκανε ελεημοσύνες, και δεν ήταν άρπαγας, άδικος, μοιχός. Όμως έκανε ένα βασικό λάθος. Δεν θεωρούσε τον Θεό χορηγό των όποιων καλών είχε, δεν έλεγε «Θεού το δώρον», αλλά πίστευε ότι από μόνος του ήταν καλός και άγιος. Δεν έλεγε «σε ευχαριστώ Θεέ μου διότι συ με βοήθησες, συ με έκανες να απέχω από την αδικία, την αρπαγή κ.τ.λ.» αλλά έλεγε· εγώ δεν είμαι άρπαγας, άδικος, μοιχός.
Έτσι αυτοδικαιωνόταν, και αυτοθαυμαζόταν. Δεν ταπεινοφρονούσε αλλά καυχιόταν «ως μη λαβών». Ανέβαινε με το μυαλό του, με την ιδέα του ψηλά και από εκεί έβλεπε τους άλλους μικρούς και αμαρτωλούς και τους κατέκρινε· «δεν είμαι σαν αυτόν τον τελώνη».
Όμως επλανάτο πλάνην οικτράν. Έλεγε ότι δεν ήταν άρπαγας. Όμως, με το να θεωρούσε ότι από τον εαυτό του προέρχονταν αυτά που του έδινε ο Θεός, γινόταν άδικος και άρπαγας. Έλεγε ότι έκανε ελεημοσύνες· όμως δεν έβλεπε ότι δεν είχε ελεήμονα καρδίαν, διότι διαφορετικά δεν θα εξουθένωνε τον αμαρτωλό αδελφό του. Νήστευε από κάποιες τροφές, δεν νήστευε όμως από τη σκληρότητα και τη υπερηφάνεια. Έβλεπε ότι έκανε κάποια εξωτερικά καλά έργα, δεν έβλεπε όμως ότι βαθύτερα δεν είχε αρετή. Και το χειρότερο ότι με την υπερηφάνειά του καθιστούσε τον εαυτό του ανεπίδεκτο της χάρης του Θεού. Ήταν ως να έλεγε· εγώ είμαι καλός και άγιος, γεμάτος αρετή, δεν χρειάζομαι τίποτε άλλο. Έτσι όμως δεν άφηνε χώρο για τη χάρη του Θεού. Γι’ αυτό και δεν έφυγε από το ναό δικαιωμένος, δηλαδή με τη δικαιοσύνη, τη χάρη του Θεού, την πραγματική αρετή που δίνει ο Θεός. Έμεινε με τη δική του ψευτοαρετή η οποία φυσικά δεν σώζει.
Οι τελώνες ήταν εκείνοι που με δημοπρασία έπαιρναν από τον ρωμαίο κατακτητή το δικαίωμα να μαζεύουν τους φόρους, κατά δε την είσπραξη ήταν πολλές φορές άδικοι και σκληροί. Γι’ αυτό και θεωρούνταν πολύ αμαρτωλοί.
Τέτοιος ήταν και ο τελώνης της παραβολής. Όμως, πρώτον δεν προσπαθούσε να δικαιολογηθεί ούτε προσπαθούσε να ρίξει το βάρος στους άλλους. Είχε το κουράγιο να παραδέχεται τις αμαρτίες του, γι’ αυτό και «ἔτυπτε το στῆθος». Και δεύτερο δεν απελπιζόταν. Κατέφυγε στον Θεό, αναγνωρίζοντάς τον ως αγαθό και φιλάνθρωπο και από αυτόν ζήτησε και περίμενε κάθε καλό· «ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Ζητούσε ταπεινά συγχώρηση και συγχωρήθηκε. Έφυγε «δικαιωμένος» δηλαδή γεμάτος από τη δικαιοσύνη, τη χάρη του Θεού.
«Ο τελώνης, σχολιάζει ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, χωρίς ούτε χρήματα να καταβάλει, ούτε πελάγη να διασχίσει, ούτε πολύ δρόμο να οδοιπορήσει, ούτε φίλους να παρακαλέσει, ούτε πολύ χρόνο να καταναλώσει, αλλά διά της ταπεινοφροσύνης απέκτησε αρετή, γενόμενος άξιος της βασιλείας των ουρανών».
Και αυτά μεν ο τελώνης. Εμείς όμως πόσες φορές, αμαρτάνουμε και προσπαθούμε να δικαιολογηθούμε ή να ρίξομε το βάρος στους άλλους; Πηγαίνουμε να εξομολογηθούμε και αντί να πούμε ταπεινά τις δικές μας αμαρτίες λέμε, όλο παράπονο, τις αμαρτίες των άλλων· εμμέσως δε ότι εμείς είμαστε τα αθώα θύματα. Είναι δυνατόν όμως έτσι να δικαιωθούμε, να συγχωρεθούμε, να χαριτωθούμε; Ο Χριστός το ξεκαθάρισε· «πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται».
Κατά τον Μ. Βασίλειο «χωρίς ταπείνωση το παν γίνεται μηδέν. Με την ταπείνωση το μηδέν γίνεται το παν». Διότι κατά τον άγιο Νεκτάριο «όπου αληθής ταπείνωση εκεί και όλες οι αρετές»· κατά δε τον άγιο Ισίδωρο Πηλουσιώτη· «τίποτε δεν σώζει τόσον ασφαλώς τον άνθρωπο όσον η βαθειά ταπείνωση. Αυτή είναι ο θρόνος της αγάπης και όλων των άλλων αρετών».
Γι’ αυτό ας αγαπήσουμε και ας καλλιεργήσουμε και πάσῃ θυσίᾳ ας αποκτήσουμε την υψοποιό ταπείνωση. «Άνθρωπε θέλεις να βρεις την ζωή;» ερωτά ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος. Και απαντά· «την πίστη και την ταπείνωση κράτησε μέσα σου, διότι σε αυτές βρίσκεις το έλεος και την βοήθεια και λόγους τους οποίους λαλεί στην καρδιά σου ο Θεός» ῳ η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄  ΛΟΥΚΑ
(Του Ζακχαίου)
Λουκ. ιθ΄, 1-10

ΖακχαίοςΌπως ο Τίμιος Πρόδρομος, όπως ο Χριστός μας, έτσι και η Εκκλησία μας, δεν χάνουν ευκαιρία, κάθε τόσο, να μας ομιλούν για το πολύ σπουδαίο, το απαραίτητο έργο που πρέπει να κάνει κάθε αμαρτωλός, κάθε άνθρωπος, διότι όλοι αμαρτωλοί είμαστε, για το έργο της μετανοίας. Έτσι και σήμερα, ακούσαμε κατά την ανάγνωση του ιερού Ευαγγελίου, για τη μετάνοια του Ζακχαίου που είχε ως αποτέλεσμα τη σωτηρία· (σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο).
Ο Κύριος περνούσε μέσα από την Ιεριχώ. Και να, κάποιος που ονομαζόταν Ζακχαίος, ζητούσε να δει ποιος είναι ο Χριστός. Και αυτός ήταν αρχιτελώνης και πολύ πλούσιος.
Για να καταλάβουμε καλύτερα την περικοπή και ιδιαίτερα το μέγεθος και την αξία της μετάνοιας, πρέπει να αναφέρουμε λίγα για τους τελώνες.
Οι τελώνες της εποχής εκείνης διέφεραν πολύ από τους σημερινούς. Ήταν ιδιώτες που αγόραζαν τους φόρους από το δημόσιο με δημοπρασία. Τότε οι φόροι ήταν πολύ βαρύτεροι των σημερινών και μάλιστα όταν επρόκειτο για υπόδουλους λαούς. Ο κατακτητής έπαιρνε τα μισά από την περιουσία και το εισόδημα του υπόδουλου, με την δημοπρασία οι φόροι μεγάλωναν ακόμα περισσότερο και γίνονταν τεράστιοι, οι δε τελώνες για τους εισπράξουν φέρονταν σκληρά και απάνθρωπα. Χαρακτηριστικό το αναφερόμενο από ιουδαίο συγγραφέα της εποχής εκείνης· μερικοί τελώνες βρήκαν κάποιους φορολογούμενους να έχουν πεθάνει. Τους ξέθαψαν  και άρχισαν να τους μαστιγώνουν δημοσίως. Όταν κάποιοι αγανακτισμένοι τους ρώτησαν το γιατί, εκείνοι απάντησαν ότι το έκαναν για να εξαναγκάσουν τους συγγενείς να πληρώσουν τους φόρους τους.
Οι τελώνες αυτοί ήταν οργανωμένοι σε εταιρίες, μεγάλες και μικρότερες, ο δε διευθυντής μιας τέτοιας μικρής εταιρίας ονομαζόταν αρχιτελώνης. Τέτοιος αρχιτελώνης ήταν ο Ζακχαίος του σημερινού ευαγγελίου, ο οποίος ήταν πλούσιος και κατείχε υψηλή κοινωνική θέση. Παρ’ όλα αυτά θέλησε να δει τον Χριστό. Αλλά ο πολύς κόσμος αφ’ ενός, και το μικρό του ανάστημα αφ’ ετέρου, τον εμπόδιζαν να πραγματοποιήσει την καλή του επιθυμία. Όμως επειδή το ήθελε πραγματικά, επειδή το ήθελε πολύ, βρήκε τη λύση. Ξεπέρασε τα εμπόδια ανεβαίνοντας στο δένδρο κάποιας συκομουριάς, παρόλο που ο κόσμος θα γελούσε μαζί του ή και θα τον ειρωνευόταν. Για να εκτιμήσουμε καλύτερα την πράξη του, ας φανταστούμε τον αντιδήμαρχο μιας πόλεως ή τον πρόεδρο μεγάλου επαγγελματικού συλλόγου, να ανεβαίνει σε ένα δένδρο ή σε ένα στύλο.
Έτσι ο Ζακχαίος, με την πράξη του αυτή, έδειξε ότι δεν είχε απλώς μια περιέργεια να δει τον Χριστό, αλλά βαθειά επιθυμία, πόθο μεγάλο να συναντηθεί, έστω με το βλέμμα, μαζί του. Και τον πόθο, την αγάπη του για το Χριστό, την έβαλε πάνω από κάθε άλλο.
Δεν λογάριασε το «τι θα πει ο κόσμος». Αυτό που τόσο πολύ εμείς υπολογίζουμε και δυστυχώς πολλές φορές το βάζουμε πάνω από την πίστη και την αγάπη μας προς τον Χριστό. Αισθανόμαστε άσχημα ή φοβόμαστε τις ειρωνείες, για εκείνο που θα έπρεπε να είναι το εν Κυρίω καύχημά μας. Δεν κάνομε π.χ. το Σταυρό μας ή δεν λέμε ότι νηστεύουμε, όχι βέβαια με φαρισαϊκή υπερηφάνεια αλλά με απλή διάθεση ομολογίας, και γενικά προσπαθούμε να κρύψουμε την χριστιανική μας ιδιότητα, φοβούμενοι τη γνώμη αυτών που πραγματικά είναι ταλαίπωροι και πραγματικά είναι χαμένοι, καθώς δεν ξέρουν ούτε από πού έρχονται ούτε που πάνε.
Αλλά ο πόθος, η αγάπη για το Χριστό και η ταπείνωση του Ζακχαίου δεν ήταν δυνατόν να διαφύγουν της προσοχής του Κυρίου και να μη αποτελέσουν τον καταλύτη για περαιτέρω ευλογίες. «Ζακχαίε, κατέβα γρήγορα, διότι σήμερα πρέπει να μείνω στο σπίτι σου». Και εκείνος κατέβηκε και τον υποδέχθηκε με χαρά.
Όλοι, οι εντός εισαγωγικών καλοί, άρχισαν να διαμαρτύρονται και να λένε ότι ο Κύριος πήγε να μείνει στο σπίτι ενός αμαρτωλού. Αλλά ο Ζακχαίος τους αποστόμωσε με την έμπρακτη μετάνοιά του, λέγοντας προς τον Κύριο· τα μισά από τα υπάρχοντά μου τα δίνω στους πτωχούς· και αν κάποιον αδίκησα παίρνοντας κάτι με απάτη, του το δίνω στο τετραπλάσιο.
Η μετάνοια όταν είναι αληθινή ακολουθείται από ανάλογα έργα και προπαντός από επανόρθωση των αδικημάτων. Πήραμε κάτι άδικα, πρέπει να το επιστρέψουμε. Είπαμε ψέματα, να πούμε την αλήθεια, κτλ. Και όπως η αγάπη χωρίς τα έργα είναι νεκρή, έτσι και η μετάνοια, χωρίς πράξεις μετανοίας είναι μια απλή μεταμέλεια, λύπη για το κακό που έγινε, χωρίς το θετικό στοιχείο, την αλλαγή τρόπου σκέψεως και ζωής, που είναι το τελικώς ζητούμενο.
Αλλά και κάτι άλλο έχει να μας πει η περίπτωση του Ζακχαίου. Είδαμε στο βάθος μιας θηριώδους ψυχής ότι υπήρχε μια γωνίτσα με κάτι αγνό, μια σπίθα καλοσύνης που με το πλησίασμα του Χριστού έγινε φωτιά που έκαψε την αμαρτία, οδήγησε στη μετάνοια και τη σωτηρία.
Αυτό το καλό ας το βλέπουμε, ας το προϋποθέτουμε σε κάθε άνθρωπο όσο κακός κι’ αν φαίνεται. Ας μη τον καταδικάζουμε, αλλά ας τον συμπαθούμε και ας ζητάμε από το Θεό να του δώσει μετάνοια και σωτηρία.
Τελικά η πραγματική μετάνοια είναι ένα θαύμα που κάνει ο Θεός. Όπως, μας λέει ο άγιος Μακάριος, κάποιος που βλέπει ένα πουλί να πετά θέλει και αυτός να πετάξει, αλλά του είναι αδύνατον καθώς δεν έχει φτερά , έτσι και στον άνθρωπο είναι εύκολο το να θέλει να είναι καθαρός και άμωμος και να μη έχει μέσα του την κακία αλλά να είναι πάντα με το Θεό· το να το μπορεί όμως δεν το έχει. Θέλει να πετάξει στον αέρα τον θεϊκό και την ελευθερία του Αγίου Πνεύματος , αλλά εάν δεν πάρει φτερά δεν το μπορεί.
Ας παρακαλέσουμε λοιπόν το Θεό να μας δώσει πτέρυγας περιστεράς του Αγίου Πνεύματος, για να πετάξουμε προς αυτόν και να καταπαύσουμε, και να διαχωρίσει και να παύσει από την ψυχή και το σώμα μας την αμαρτία που κατοικεί στα μέλη της ψυχής και του σώματός μας, διότι μόνο αυτός μπορεί να το κάνει. Μόνον αυτός έκανε την ελεημοσύνη αυτή στους ανθρώπους που πιστεύουν σε αυτόν ότι λυτρώνει από την αμαρτία, και κάνει τη σωτηρία αυτή την απερίγραπτη σε αυτούς που προσδοκούν πάντα και ελπίζουν και ζητούν αδιαλείπτως.
Είθε και εμείς, αυτή τη μετάνοια του Ζακχαίου  να ποθούμε, να επιδιώκουμε, να ζητούμε και να επιτύχουμε από την παρούσα ζωή, με τη χάρη του Αγίου Τριαδικού Θεού. Αμήν.

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄  ΛΟΥΚΑ
(Η θεραπεία των δέκα λεπρών)
Λουκ. ιζ΄, 12-19

deka_leproi_1Καθώς ο Χριστός, μας διηγήθηκε σήμερα ο άγιος Ευαγγελιστής Λουκάς, έμπαινε σε κάποιο χωριό, τον συνάντησαν δέκα λεπροί, οι οποίοι στάθηκαν από μακριά και με μεγάλη φωνή του είπαν· Ιησού, κύριε, ελέησέ μας, θεράπευσέ μας. Ο Κύριος τους απάντησε· πηγαίνετε και δείξατε τους εαυτούς σας στους ιερείς.
Καθώς εκείνοι πήγαιναν καθαρίστηκαν από τη λέπρα. Ένας δε από αυτούς, όταν είδε ότι θεραπεύτηκε, γύρισε δοξάζοντας με δυνατή φωνή το Θεό, έπεσε στα πόδια του Χριστού και τον ευχαρίστησε. Και αυτός ήταν Σαμαρείτης. Ο Κύριος τότε είπε· δεν θεραπεύτηκαν και οι δέκα; Οι άλλοι εννέα που είναι; Κανένας τους δε βρέθηκε να γυρίσει και να δοξάσει το Θεό παρά μόνο αυτός ο αλλοεθνής; Και είπε στον θεραπευμένο· σήκω και πήγαινε· η πίστη σου σε έσωσε.
Μεγάλο και εντυπωσιακό το θαύμα. Ας περιοριστούμε σήμερα και ας σταθούμε στην ερώτηση του Χριστού· οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; Από αυτό, και τα παρακάτω, φαίνεται ότι ο Κύριος θέλει ο άνθρωπος να είναι ευγνώμων. Και δεν το θέλει για τον εαυτό του. Ως Θεός δεν έχει ανάγκη από τίποτε. Ούτε από τις δικές μας ευχαριστίες, ούτε τις δοξολογίες, ούτε από τα δώρα ή τις θυσίες μας. «τῶν ἀγαθῶν μου οὐ χρείαν ἔχεις» λέει ο ψαλμωδός. Ο Χριστός ζητά ο άνθρωπος να είναι ευγνώμων για τον ίδιο τον άνθρωπο. Για το καλό του ανθρώπου.
Η ευγνωμοσύνη είναι αρετή. Δείχνει ότι ο άνθρωπος σκέπτεται και αισθάνεται σωστά. Ενεργεί σωστά. Δηλαδή δεν είναι πωρωμένος. Είναι φυσιολογικός. Βλέπει και αναγνωρίζει την αλήθεια, την πραγματικότητα, το καλό που του κάνουν. Και στην αγάπη που του δείχνουν δεν κωφεύει αλλά ανταποκρίνεται με τη δική του αγάπη. Είναι φιλότιμος. Και αυτό έχει πολλή μεγάλη σημασία.
Ο φιλότιμος και ευγνώμων μας είναι ιδιαίτερα συμπαθής και αγαπητός και το φιλότιμο και η ευγνωμοσύνη μας προτρέπουν σε μεγαλύτερη ευεργεσία. Και αν αυτό συμβαίνει με εμάς, πόσο περισσότερο με το Θεό;
Αρχικά ο Θεός δίνει ένα κάτι στον άνθρωπο και περιμένει την ανταπόκρισή του. Όταν ο άνθρωπος φανεί ευγνώμων, ο Θεός του δίνει κάτι παραπάνω. Και όταν ο άνθρωπος αγαπήσει περισσότερο, δέχεται ακόμα μεγαλύτερη δωρεά που αποτελεί ερέθισμα για ακόμη μεγαλύτερη ευγνωμοσύνη και αγάπη. Έτσι ο ευγνώμων, με τη χάρη του Θεού, προοδεύει και ωριμάζει στην αγάπη, πλησιάζοντας όλο και περισσότερο στην αγάπη του Χριστού. Έτσι αποκτά τη ζωή του Χριστού και γίνεται πραγματικό και ζωντανό μέλος του.
Ο Θεός λοιπόν δίνει όλο και περισσότερο σε αυτούς που με έμπρακτη ευγνωμοσύνη δέχονται τις δωρεές του. Γι’ αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ευγνωμοσύνη και οι εκδηλώσεις της, αποτελούν ταυτοχρόνως και την καλύτερη αίτηση. Για να φανούμε δε ευγνώμονες προς τον Θεό υπάρχουν πολλοί, πάρα πολλοί λόγοι. Το ότι ήρθαμε και μένουμε στη ζωή αυτή απολαμβάνοντας πλείστα όσα αγαθά τα οποία θεωρούμε αυτονόητα ενώ δεν είναι, όπως το νερό και το οξυγόνο και πολλά άλλα, τι άλλο παρά ευεργεσίες του Θεού είναι; Όμως εκείνο που έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία, και για το οποίο ιδιαίτερα πρέπει να ευχαριστούμε τον Θεό, είναι το ότι για τη σωτηρία μας από το διάβολο και την αμαρτία και τη θέωσή μας, έστειλε και έγινε άνθρωπος, σταυρώθηκε και αναστήθηκε ο μονογενής του Υιός, το ότι μας έκανε παιδιά του, αδελφούς και συγκληρονόμους του Χριστού, μέλη τίμια του Σώματός του.
Μπορούμε λοιπόν και πρέπει να ευχαριστούμε το Θεό για πάρα πολλά. Για όλα όσα επιτρέπει να έλθουν στη ζωή μας. Και τα ευχάριστά και τα δυσάρεστα. Προπαντός για τα δυσάρεστα· τις αρρώστιες, τις αποτυχίες, τα βάσανα. Διότι αυτά, αν και δεν τα δημιούργησε ο Θεός αλλά είναι αποτελέσματα της αμαρτίας, ο σοφός και καλός Πατέρας μας, τα επιτρέπει και τα χρησιμοποιεί ως φάρμακα για τη θεραπεία της ψυχής μας. Με τις πικρές θλίψεις να μάθουμε μαθήματα που δεν μπορούμε να μάθουμε με τις γλυκές ευεργεσίες.
Πώς μπορούμε δε να εκδηλώνουμε την ευγνωμοσύνη μας προς τον Θεό;
Βεβαίως ο πρώτος, ο πιο εύκολος και πρόχειρος τρόπος, είναι με τον λόγο. Με την προσευχή. Με λόγια ευχαριστίας και δοξολογίας. Αλλά και το να εκπληρώσουμε κάποιο τάμα ή να κάνουμε κάποια αφιέρωση ή κάτι παρόμοιο και αυτά μπορεί να είναι εκδηλώσεις ευγνωμοσύνης. Αλίμονο όμως αν μένουμε μόνο σε αυτά. Αν κάνοντας αυτά τα εξωτερικά νομίζουμε ότι ξοφλήσαμε, τακτοποιήσαμε τη σχέση μας με το Θεό.
Ο Θεός ζητά την καρδία μας. «δός μοι, υἱέ, σὴν καρδίαν». Ζητά την αγάπη μας. Την ολοκληρωτική αγάπη. Τα χρήματα, ο χρόνος, ο κόπος που τυχόν προσφέρουμε στο Θεό γίνονται δεκτά μόνο εφ’ όσον συνοδεύουν το δόσιμο του εαυτού μας, όλης μας της ζωής. Και αυτό, το δόσιμο δηλαδή του εαυτού και της ζωής μας στο Θεό, γίνεται κατ’ εξοχήν με το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Με την προσφορά των βασικών ειδών διατροφής, του άρτου και του οίνου, που ο Θεός μας έχει δώσει και εμείς έχουμε επενδύσει με τον κόπο μας, προσφέρουμε σε Αυτόν την ύπαρξή μας. Και εκείνος τα δέχεται, τα αγιάζει και τα αντιπροσφέρει. Και εμείς τα ξαναπαίρνομε ως Σώμα και Αίμα του, αγιαζόμαστε με αυτά και στη συνέχεια, φεύγοντας από το ναό,  με ευγνωμοσύνη, με φιλότιμο δινόμαστε στο Θεό και τους αδελφούς για να συνεχιστεί ο κύκλος και να μεγαλώσει η δύναμη της αγάπης.
Αυτό το φιλότιμο χαρακτήριζε όλους τους αγίους της Εκκλησίας μας. Ας αγαπήσουμε και εμείς την μεγάλη αυτή αρετή της ευγνωμοσύνης και ας την καλλιεργούμε ευκαίρως ακαίρως, εκδηλώνοντάς την και προς τους ανθρώπους και, προ παντός, προς τον Θεό· «εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον καὶ μὴ ἐπιλανθάνου πάσας τὰς ἀνταποδόσεις αὐτοῦ». Είναι κάτι που επιβάλλεται για λόγους δικαιοσύνης, αλλά και μας καθιστά άξιους για όλο και μεγαλύτερες δωρεές του δωρεοδότου αγίου Τριαδικού Θεού, στον οποίο πραγματικά ταιριάζει κάθε δόξα και οφείλουμε παντοτινή ευχαριστία. Αμήν.

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ
Ματθ. δ΄, 12-17

ο Κύριος διδάσκονΟ Κύριος μας, μετά τη Βάπτισή του, την οποία γιορτάσαμε πριν από λίγες μέρες, οδηγούμενος, ως άνθρωπος, από το Άγιο Πνεύμα, πήγε στην έρημο για να πειρασθεί από τον διάβολο και αφού εκεί τον κατανίκησε και άκουσε ότι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής συνελήφθη από τον Ηρώδη, έφυγε από την Ιουδαία και πήγε στην Γαλιλαία.
Κατοίκησε στην Καπερναούμ στα όρια των περιοχών που κατοικούσαν οι φυλές Ζαβουλών και Νεφθαλείμ και εκεί άρχισε το κήρυγμά του, λέγοντας εκείνο που έλεγε και ο Ιωάννης, «μετανοεῖτε. ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν», δείχνοντας έτσι ότι ο Πρόδρομος οδηγούσε σε αυτόν.
Αλλά ας δούμε κάπως καλύτερα τους λόγους αυτούς, που αποτελούν την πεμπτουσία του κηρύγματος, και του Βαπτιστού και του Κυρίου.
«Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν»· δηλαδή μετανοείτε διότι πλησίασε η βασιλεία των ουρανών. Με αλλά λόγια η βασιλεία του Θεού έχει έλθει και η στάση που πρέπει να πάρουμε απέναντί της, για να την κάνομε δική μας, είναι της μετανοίας.
Αλλά τι σημαίνει βασιλεία του Θεού ή βασιλεία των ουρανών;
Ποια είναι η βασιλεία κάποιου κοσμικού, επίγειου βασιλέα; Είναι η δύναμη, η εξουσία που έχει, και την οποία όταν χρειάζεται την ενεργοποιεί. Έτσι και η Βασιλεία του Θεού είναι η δύναμη, η ενέργεια του Θεού, η οποία, καθώς δίδεται ως χάρισμα, συνηθέστερα ονομάζεται χάρη του Θεού. Είναι η χάρη του Χριστού, ο ίδιος ο Χριστός.
Και τι είναι μετάνοια; Το «μετά», ως πρώτο συνθετικό της λέξεως αυτής, έχει την έννοια της αλλαγής. Όπως όταν λέμε μετάθεση ή μετατόπιση εννοούμε αλλαγή θέσεως ή τόπου, έτσι και μετάνοια είναι η αλλαγή του νου, η αλλαγή της νοοτροπίας, η αλλαγή του τρόπου σκέψεως και ζωής.
Αλλά από τι και σε τι να αλλάξει;
Ο αμαρτωλός άνθρωπος πώς συνήθως σκέπτεται; Με βάσει τις φτωχές του γνώσεις και την από τα πάθη επηρεασμένη λογική του. Ο μετανοημένος άνθρωπος, χωρίς να παραθεωρεί τις ανθρώπινες γνώσεις και την κοινή λογική, βάζει πάνω από αυτά την πίστη, αυτό που λέει ο Θεός και διδάσκει η Εκκλησία. Έχει νου Χριστού.
Ο αμαρτωλός άνθρωπος συνήθως που έχει το νου του; Έξω από τον εαυτό του, στα πράγματα του κόσμου τούτου. Και τι σημαίνει μετάνοια; Να συμμαζώνουμε το νου μας μέσα, στη περιοχή της καρδιά, και με την προσευχή να τον ανεβάζουμε στο Θεό. Να έχουμε την αδιάλειπτη προσευχή, την συνεχή επικοινωνία με το Θεό.
Ο μετά την πτώση άνθρωπος τι επιθυμεί, τι συνήθως αγαπά; Τις ποικίλες ηδονές. Κοιτάζει πώς να ικανοποιηθεί περισσότερο με τα ηδονικά φαγητά και πιοτά, με το να έχει πλούτη, ανθρώπινες τιμές και δόξες και τα παρόμοια. Τι σημαίνει μετάνοια; Σημαίνει αφήνω τις ηδονές των αισθήσεων που αποτελούν παθολογική κατάσταση, και ζω με εγκράτεια, λιτότητα, νηστεία και τις άλλες κακοπάθειες της ασκήσεως.
Αλλά πώς μπορεί να επιτευχθεί η πραγματική μετάνοια;
Εδώ πρέπει να πούμε, ότι άλλο είναι η μετάνοια ως ανθρώπινη προσπάθεια και άλλο η μετάνοια ως καρπός του Αγίου Πνεύματος.
Η μετάνοια ως ανθρώπινη προσπάθεια, αν και είναι απαραίτητη, είναι ανεπαρκής. Πραγματική μετάνοια είναι αυτή που δίνει ο Θεός. Αλλά ας αφήσουμε τον άγ. Μακάριο Αιγύπτιο να μας εξηγήσει πως από τη μια μπορούμε να φθάσουμε στην άλλη.
Πρέπει, μας λέει, αυτός που προσήλθε στον Κύριο, έτσι να βιάζει τον εαυτό του στο αγαθό, και χωρίς να το θέλει η καρδιά του, περιμένοντας πάντοτε με αδίστακτη πίστη το έλεός του.
Να βιάζει τον εαυτό του στην αγάπη χωρίς να έχει αγάπη· να βιάζει τον εαυτό του στην πραότητα, ενώ δεν έχει πραότητα.
Να βιάζει το εαυτό του στο να σπλαχνίζεται και να ελεεί· να βιάζει τον εαυτό του στο να καταφρονείται και όταν καταφρονείται να μακροθυμεί και όταν εξευτελίζεται ή ατιμάζεται να μη αγανακτεί.
Να βιάζει τον εαυτό του στην προσευχή ενώ δεν έχει προσευχή πνευματική. Και έτσι, ο Θεός βλέποντας αυτόν που κατ’ αυτόν τον τρόπο αγωνίζεται και με βία πιέζει τον εαυτό του καθώς δεν το θέλει η καρδιά του (καθώς δεν το επιθυμεί ο παλαιός άνθρωπος), του δίνει προσευχή αληθινή και πνευματική, του δίνει αγάπη αληθινή, πραότητα αληθινή, σπλάχνα οικτιρμών, καλοσύνη αληθινή, και γενικώς τον γεμίζει με τον καρπό του Αγίου Πνεύματος.
Εάν δε κάποιος βιάζει τον εαυτό του μόνο στην προσευχή, μη έχοντας προσευχή, για να αποκτήσει τη χάρη της προσευχής, στην την πραότητα δε και την ταπεινοφροσύνη και την αγάπη και τις άλλες εντολές του Κυρίου δεν βιάζει τον εαυτό του, ούτε φροντίζει ούτε κοπιάζει ούτε αγωνίζεται να κατορθώσει εκείνα, όσο εξαρτάται από την προαίρεσή του, μερικές φορές του δίδεται η χάρη της προσευχής καθώς το ζήτησε. Κατά τα άλλα όμως παραμένει όπως ήταν και πριν.
Δεν έχει πραότητα διότι δεν τη ζήτησε, ούτε με κόπο προετοίμασε για αυτήν τον εαυτό του.
Δεν έχει ταπεινοφροσύνη, διότι δεν τη ζήτησε και δεν βίασε προς τούτο τον εαυτό του.
Δεν έχει αγάπη προς όλους, επειδή δεν φρόντισε για αυτή και δεν αγωνίστηκε ζητώντας την προσευχή. … Σε όλα, σε κάθε αγαθότητα και απλότητα και καλοσύνη και ταπεινοφροσύνη και αγάπη και προσευχή οφείλει να βιάζει τον εαυτό του, αυτός που θέλει να προκόψει πνευματικά και να ευαρεστήσει στο Χριστό, έτσι ώστε ο Κύριος βλέποντας την προθυμία και την προαίρεση του, να του δώσει όλο του τον εαυτό, και (κατόπιν) αυτός ο Κύριος στην πραγματικότητα, θα κάνει όλα αυτά σε αυτόν, καθαρά, άκοπα και αβίαστα, αυτά τα οποία πριν, ούτε με βία μπορούσε να τα κάνει, λόγω της αμαρτίας που κατοικούσε μέσα του· και έτσι, όλες οι αρετές, του γίνονται ως φύσις.
Σε αυτή την αγαθή φύση, που είναι η πραγματική μετάνοια και για την οποία ήλθε ο Χριστός, είθε να μεταμορφωθεί και η δική μας ταλαίπωρη φύση, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και τη δική μας φιλότιμη προσπάθεια. Ας εργαζόμαστε το κατά δύναμιν για να λάβουμε το υπέρ δύναμιν, προς δόξαν του αγίου Τριαδικού Θεού και σωτηρία δική μας. Αμήν.

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΛΟΥΚΑ

Λουκ. ιδ΄, 16-24

Παραβολή των προσκεκλημένων στο δείπνο.

παραβολή του δείπνουΟ Κύριος, ημέρα Σαββάτου, βρέθηκε σε τραπέζι που του έκανε κάποιος Φαρι­σαίος. Εκεί θεράπευσε έναν υδρωπικό, δηλαδή με υγρό στην κοιλιά του, και μίλησε για την ταπείνωση και τη μέλλουσα ανταπόδοση, την ανταπόδοση κατά την ανάσταση των δικαίων. Τότε, ένας απ’ αυτούς που παρακάθονταν στο τραπέζι είπε: «Μακάριος εκείνος που θα φάγει γεύμα στη βασιλεία του Θεού».
Ο Χριστός μας συμφωνώντας είπε την παραβολή την οποία ακούσαμε κατά την ανάγνωση του σημερινού ευαγγελίου, η οποία είναι αλληγορική και την οποία θα προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε, να δούμε δηλαδή το πραγματικό της νόημα.
« νθρωπός τις ποίησε δεπνον μέγα καί κάλεσε πολλούς».
Η εικόνα του τραπεζιού, του συμποσίου, του δείπνου χρησιμοποιείται συ­χνά στην Π. Διαθήκη για να παρασταθεί η μετοχή στη βασιλεία του Θεού, η εν χαρά και ευφροσύνη κοινωνία των ανθρώπων με το Θεό. Αυτός που έκανε και εξακολουθεί να κάνει το δείπνο είναι ο Θεός, είναι ο Χριστός.
Προσκεκλημένοι είναι όλοι οι άνθρωποι, όλοι ανεξαιρέτως. « Θεός θέλει πάντας σωθναι καί ες πίγνωσιν ληθείας λθεν». Αυτό που παρατίθεται, που δίνεται για να το απολαύσουν οι συνδαιτυμόνες είναι η χάρη του Θεού, είναι ο Χριστός.
Το τραπέζι αυτό το πνευματικό γίνεται στην Εκκλησία όπου η χάρη του Θεού δίδεται με τα άγια μυστήρια. Ιδιαίτερα το τραπέζι αυτό είναι η θ. Λειτουργία, όπου δίδεται προς «βρσιν και πόσιν» το θεωμένο και θεοποποιό Σώμα και Αίμα του Χριστού.
Ο Θεός προσκαλεί στέλνοντας  το δούλο ή τους δούλους του. Αυτοί ήταν στην Π. Διαθήκη ο νόμος και οι προφήτες. Στην Κ. Διαθήκη, είναι ο Χριστός, οι Απόστολοι και οι διάδοχοί τους πατέρες της Εκκλησίας, παλαιοί και σύγχρονοι, που καλούν με το λόγο τους, το γραπτό ή και τον προφορικό.
Όμως, ενώ όλα είναι έτοιμα, όλα τα έχει κάνει ο Θεός, εμείς δεν ανταποκρινόμαστε στο κάλεσμα του και δεν πάμε σ’ αυτό που έχει ετοιμάσει. Ένας διότι «γρόν γόρασε» άλλος διότι αγόρασε «ζεγη βον πέντε» και άλλος διότι νυμφεύτηκε.
Ο Θεός, μας έδωσε τους αγρούς και όλα τα άψυχα, τα βόδια και όλα τα άλογα ζώα, τους ή τις συζύγους και όλα τα άλλα κοντινά ή πιο μακρινά ανθρώπινα πρόσωπα, βοηθούς. Μας τα έδωσε ως μέσα βοηθητικά για να ζήσουμε κατά Θεόν τη ζωή αυτή και έτσι να κερδίσουμε και την αιώνιο, τη θεϊκή ζωή.
Όμως αν δεν προσέξουμε και δώσουμε την καρδιά μας σ’ αυτά (ενώ πρέπει να τη δίνουμε μόνο στο Θεό) αν προσκολλόμαστε σ’ αυτά (ενώ πρέπει να προσκολλόμαστε μόνο στο Θεό) αν αυτά που είναι μέσα τα κάνουμε σκοπό της ζωής μας, τότε από βοηθοί γίνονται εμπόδια στην πνευματική μας πορεία και μας οδηγούν (όπως τους προσκεκλημένους της σημερινής παραβολής) στο να αρνούμαστε το κάλεσμα του Θεού.
Όμως το σχέδιο του Θεού, παρά τις αρνήσεις ορισμένων, θα πραγματοποιηθεί. «Βγες γρήγορα» είπε ο Κύριος στο δούλο του «στις πλατείες και τα στενά της πόλεως και φέρε εδώ μέσα τους πτωχούς και τους σακάτηδες και τους χωλούς και τους τυφλούς».
Μετά από λίγο ήλθε ο δούλος και είπε: «Κύριε έγινε όπως διέταξες και ακόμη υπάρχει τόπος». «Βγες», ξαναλέγει ο Κύριος, «έξω από την πόλη, στους δρόμους και τους φράκτες των κτημάτων και ανάγκασε, δηλ. παρότρυνε με επιμονή τους διστακτικούς, να εισέλθουν για να γεμίσει το σπίτι μου».
Εδώ μπορούμε να παρατηρήσουμε το μεγάλο πόθο του Θεού για τη σωτηρία μας που πολλές φορές, όταν εμείς διστάζουμε ή είμαστε «νόητοι καί βραδες τ καρδί», ο Κύριος μας βοηθά με κάποιο φιλάνθρωπο σκούντημα. Τέτοιο μπορεί να είναι μια αρρώστια, μια αποτυχία μια καταστροφή. Ο Θεός σπρώχνει, βοηθά, όμως τον τελευταίο λόγο τον έχουμε εμείς.
Τελικά ποιοι κάθονται στο τραπέζι της βασιλείας του Θεού;
α) Οι πτωχοί· δηλ. αυτοί οι οποίοι δεν έχουν και προπαντός δε στηρίζονται στα πράγματα τα υλικά, τους επίγειους θησαυρούς.
β) Οι ανάπηροι και χωλοί· δηλ. αυτοί δε στηρίζονται καλά στα πόδια τους, δε στηρίζονται στον εαυτό τους.
γ) Οι τυφλοί, αυτοί που ξέρουν ότι έχουν πνευματικό σκοτάδι και δε στηρίζονται σε δικές τους σοφίες και εξυπνάδες. Γενικώς στη βασιλεία του Θεού θα εισέλθουν οι απλοί και ταπεινοί.
Τέλος, είπε ο Κύριος του δείπνου «Σας βεβαιώνω ότι κανένας από τους πρώτους προσκαλεσμένους δε θα παρακαθίσει και δε θα γευθεί του δείπνου μου»· και αιτία αυτού δεν είναι αυτός που ετοίμασε το δείπνο και έκανε τις προσκλήσεις αλλά αυτοί που δεν ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα.
Όπως δε λέγει ο Χριστός σε άλλο μέρος του Ευαγγελίου, πολλοί είναι οι κλητοί, ολίγοι δε οι εκλεκτοί. Δηλ. Πολλοί είναι αυτοί που κλήθηκαν για να γίνουν μέτοχοι της βασιλείας του Θεού, λίγοι όμως αποδείχθηκαν εκλεκτοί με το να αποδεχθούν διά της πίστεως την πρόσκληση και να προσέλθουν με το κατάλληλο ένδυμα γάμου, δηλ. με τα έργα της μετανοίας.
Και εμείς είμαστε κλητοί. Χρειάζεται όμως να είμαστε, με τον αγώνα μας, και εκλεκτοί. Με την προσπάθεια να εφαρμόσουμε τις εντολές του Χριστού δείχνουμε ότι τον αγαπάμε, κατά το « γαπν με τάς ντολάς μου τηρήσει» και ότι θέλουμε να γίνουμε όμοιοι μ’ αυτόν. Τότε η χάρη του Θεού μπορεί να επιφέρει την καλή αλλοίωση και να είναι ευεργετική, ενώ διαφορετικά γίνεται φωτιά που μας κολάζει.
Η άσκηση λοιπόν δεν είναι πολυτέλεια, αλλά απαραίτητη προϋπόθεση, ιδιαίτερα πριν από τη θ. Κοινωνία, προκειμένου η μετάληψη να μη γίνει «ες κρμα κατάκριμα» αλλά «ες φε­σιν μαρτιν καί ζωήν τήν αώνιον» την οποία βαθύτερα κάθε άνθρωπος ποθεί αλλά και τόσο πολύ θέλει να μας δώσει ο άγιος Θεός.
Αυτήν την αιώνιο ζωή ευχόμαστε σε όλους, ιδιαίτερα τις άγιες ημέρες που πλησιάζουν, και αυτήν είθε όλοι μας να επιτύχουμε με τις  πρεσβείες της Παναγίας Μητέρας μας και όλων των Αγίων. Αμήν.

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ

Λουκ. ιβ΄, 16-21

Η παραβολή του άφρονος πλουσίου.

αφρον πλουσίουΤο σημερινό Ευαγγέλιο μάς κάνει λόγο για την πλεονεξία. Μας μιλά για κάποιον έξυπνο. Έξυπνο όμως σε εισαγωγικά, διότι όπως έδειξαν τα πράγματα και όπως ο ίδιος ο Κύριος τον χαρακτήρισε, ήταν άφρων, δηλαδή άμυαλος, ανόητος.
Κάποιος από τους ακροατές του Χριστού τον πλησίασε και του ζήτησε να λύσει τις κληρονομικές διαφορές που είχε με τον αδελφό του. Να μοιράσει την κληρονομιά τους. Ο Κύριος όμως του απάντησε· «άνθρωπέ μου ποιος με έβαλε δικαστή για να κάνω αυτή τη μοιρασιά; Προσέχετε από την πλεονεξία· διότι τα υλικά αγαθά δεν δίνουν την αιώνιο και αληθινή ζωή στον άνθρωπο». Στη συνέχεια δε είπε την παραβολή που ακούσαμε σήμερα· του άφρονος πλουσίου.
Κάποιου τα χωράφια έδωσαν καρπό πολύ. Τόσο που δεν τον χωρούσαν οι αποθήκες. Και αυτό του δημιούργησε πρόβλημα. Που να τον βάλει. Σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε, ώσπου βρήκε τη λύση: «Θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου» είπε, «και θα κτίσω μεγαλύτερες. Εκεί θα βάλω όλα μου τα αγαθά και θα πω· ψυχή μου έχεις πολλά αγαθά. Λοιπόν, «αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου». Απόλαυσε τα αγαθά σου.
Όμως, κατά το κοινώς λεγόμενο, έκανε λογαριασμό χωρίς τον ξενοδόχο· τον Κύριο της ζωής και του θανάτου. Διότι ο Θεός του είπε: «Άφρων, άμυαλε, αυτή τη νύκτα ζητούν την ψυχή σου. Αυτή τη νύκτα πρόκειται να φύγεις από τη ζωή αυτή. Όσα μάζεψες σε ποιον θα ανήκουν; Θα τα πάρεις μαζί σου;». Και κατέληξε συμπερασματικά ο Κύριος: «Έτσι θα πάθουν όσοι φροντίζουν να πλουτίσουν για τον εαυτό τους με υλικά αγαθά και όχι κατά Θεόν, με πνευματικά αγαθά».
Άφρων λοιπόν, άμυαλος χαρακτηρίστηκε ο πλούσιος της σημερινής παραβολής. Γιατί; Διότι ενώ ευλογήθηκε από το Θεό και απόκτησε πολλά αγαθά, τελικά έφυγε με άδεια τα χέρια.
Αν ήταν μυαλωμένος τι θα έκανε; Πρώτα-πρώτα θα έλεγε· δόξα σοι ο Θεός, θα ευχαριστούσε το Θεό για τα αγαθά που του χάρισε. Μετά θα προσπαθούσε να τα χρησιμοποιήσει κατά Θεόν. Δηλαδή ένα μέρος θα τα χρησιμοποιούσε για τις δικές του ανάγκες και το υπόλοιπο θα το έδινε για να θρέψει πεινασμένους, να ενισχύσει φτωχούς και αρρώστους, να στηρίξει χήρες, ορφανά. Έτσι, ενώ δεν θα στερούνταν τα αναγκαία για την παρούσα ζωή του, θα πλούτιζε πνευματικά. Θα επένδυε όχι στο επισφαλές επίγειο χρηματιστήριο αλλά στο ουράνιο, όπου τα κέρδη όχι μόνο σίγουρα είναι αλλά και ασύγκριτα ανώτερα. Δίνει κανείς τα επίγεια και αποκτά τα ουράνια. Δίνει τα πρόσκαιρα και κερδίζει τα αιώνια. Δίνει τα φθαρτά και απολαμβάνει τα άφθαρτα.
Αυτός όμως τι έκανε; Αγνόησε το Θεό και το θέλημά του. Κοίταξε να καλοπεράσει σ’ αυτή τη ζωή και δεν φρόντισε καθόλου να αποκτήσει την αιώνιο ζωή. Σύνθημα και σκοπό της ζωής του έκανε το «αναπαύου, φάγε, πίνε, ευφραίνου».
Κατ’ αρχάς και μέχρι ένα σημείο, το «αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου» δεν είναι κακό. Και θα φάγει ο άνθρωπος και θα πιει (αλλιώς δε γίνεται) και το να ξεκουραστεί μετά τον κόπο της ημέρας δεν είναι κακό, και το να ευφρανθεί κάπου-κάπου και εν μέτρω δεν είναι μεμπτό· στην προσευχή μετά το δείπνο λέμε:. «Εύφρανας ημάς Κύριε εν τοις ποιήμασί σου και εν τοις έργοις των χειρών σου ηγαλιασάμεθα». Αλλά αυτά είναι απλά στηρίγματα, απλά μέσα για να περάσουμε τη ζωή αυτή. Δεν είναι αυτά ο σκοπός της ζωής μας. Σκοπός της ζωής μας είναι το να αποκτήσουμε τη βασιλεία του Θεού. Αφού αποκτήσουμε τις αρετές και έτσι επανέλθουμε στο κατ’ εικόνα, στη φυσιολογική κατάσταση, περαιτέρω να έλθουμε στην υπέρ φύση κατάσταση της θεώσεως· να αποκτήσουμε τη ζωή του Θεού, τη ζωή που δημιουργεί μέσα στον άνθρωπο το Άγιο Πνεύμα. Αυτό είναι ο παράδεισος, αυτό είναι η σωτηρία· αυτό πρέπει οπωσδήποτε να επιτύχουμε.
Δυστυχώς οι άνθρωποι αυτά ή τα αγνοούν ή τα ξεχνούν ή τα μπερδεύουν και σκοπό κάνουν τα μέσα. Σύνθημα της ζωής τους κάνουν το σύνθημα του άφρονος πλουσίου· αναπαύου, φάγε, πίνε, ευφραίνου. Οι επιδιώξεις, η ζωή τους , περιορίζονται και εξαντλούνται σε αυτά. Τι κρίμα! Τι αποτυχία! Τι καταστροφή! Διότι οι υλικές, οι σωματικές αναπαύσεις, και ηδονές όχι μόνο είναι κατώτερες από τις πνευματικές, αυτές που χαρίζει το Πνεύμα του Θεού αλλά είναι και πρόσκαιρες, προσωρινές. Όταν κανείς στέκεται σ’ αυτές, τελικά φεύγει με άδεια τα χέρια. Πίσω του αφήνει τα πάντα, ακόμη και το σώμα του, το οποίο δεν μπορεί πλέον να απολαμβάνει τα σαρκικά, ενώ η ψυχή μένει χωρίς τη χαρά και ευφροσύνη που δίνει η αγάπη προς το Θεό και τον άνθρωπο και προπαντός με την πικρή γεύση των τύψεων της συνειδήσεως.
Εμείς όμως ας ενεργούμε σωστά και μυαλωμένα, όσο είναι καιρός, όσο έχουμε τα μάτια μας ανοικτά. Να μη γεμίζουμε τις γήινες αλλά τις πνευματικές και ουράνιες αποθήκες. Ας μη μας ενδιαφέρει ο δείκτης του χρηματιστηρίου αλλά το πνευματικό θερμόμετρο της ψυχής μας· το βάθος της ταπεινώσεως και το μέγεθος της αγάπης. Ας φροντίζουμε να γίνουμε πλούσιοι όχι σε υλικά αγαθά αλλά σε αρετές και χάρη Θεού. Αυτά, οι αρετές και η χάρη του Θεού, είναι θησαυρός που δεν κινδυνεύει ούτε από τους κλέφτες ούτε από τη σκουριά ή τη φωτιά ούτε από το χρόνο ούτε ακόμη και από το θάνατο, διότι συνοδεύουν τον άνθρωπο και πέραν του τάφου. Δημιουργούν την πραγματική και ατελεύτητη, την αιώνιο ζωή, την οποία είθε όλοι μας να αποκτήσουμε με τις πρεσβείες της Παναγίας Μητέρας μας και όλων των Αγίων. Αμήν.

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ

Λουκ. η΄, 41-56

Η θεραπεία της γυναίκας με την αιμορραγία.

Ζ΄ ΛουκάΌσο η πίστη αποτελεί βασικό στοιχείο της καθημερινής μας ζωής, χωρίς το οποίο βήμα δεν μπορούμε να κάνουμε, άλλο τόσο η πίστη στο Χριστό είναι απαραίτητη προκειμένου να έχουμε σχέση, κοινωνία με αυτόν, να μπορούμε να δεχόμαστε και να αξιοποιούμε τη χάρη του, να αγιαζόμαστε και έτσι να σωθούμε. Γι’ αυτό και ο λόγος του Θεού δεν παύει κάθε τόσο να μας ομιλεί για το σημαντικότατο αυτό θέμα, το θέμα της πίστεως, όπως έγινε και με το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα.
Ο Κύριός μας, μετά τη θαυμαστή θεραπεία του δαιμονισμένου στη χώρα των Γαδαρηνών –για την οποία ακούσαμε την περασμένη Κυριακή- επέστρεψε στην Καπερναούμ και καθώς πήγαινε προς το σπίτι του άρχοντος της συναγωγής Ιαείρου, για να θεραπεύσει την ετοιμοθάνατη κόρη του, κόσμος πολύς τον ακολουθούσε και τον περιέβαλε ασφυκτικά.
Μέσα σ’ αυτό το πλήθος ήταν και μια γυναίκα που υπέφερε από αιμορραγία δώδεκα χρόνια. Είχε ξοδέψει όλη της την περιουσία σε πολλούς γιατρούς χωρίς να δει κανένα όφελος, αντίθετα δε έγινε πολύ χειρότερα.
Όταν άκουσε για το Χριστό, ήρθε κοντά του και μέσα από τον κόσμο, από πίσω, άγγιξε το ρούχο του. Και αυτό, διότι έλεγε μέσα της· «και μόνο αν αγγίξω τα ρούχα του θα σωθώ». Αμέσως σταμάτησε η αιμορραγία και αισθάνθηκε στο σώμα της ότι θεραπεύτηκε από την αρρώστια που την βασάνιζε.
Ο Χριστός μας κατάλαβε, ένοιωσε αμέσως τη δύναμη που βγήκε από απ’ αυτόν, στράφηκε στο πλήθος και είπε· «ποιος άγγιξε τα ρούχα μου»; Του είπαν δε οι μαθητές του· «βλέπεις τον κόσμο να σε συνθλίβει και ρωτάς ποιος σε άγγιξε»; Εκείνος όμως γυρνούσε να δει εκείνη που τον άγγιξε. Τότε η θεραπευμένη, με φόβο και τρόμο, ξέροντας αυτό που της συνέβη, ήλθε, έπεσε στα πόδια του και είπε όλη την αλήθεια. Και ο Κύριος της είπε· «κόρη μου, η πίστη σου σε έσωσε. Έχε ειρήνη, και να είσαι υγιής, απαλλαγμένη από την αρρώστιά σου».
Κατόρθωσε λοιπόν η αιμορροούσα, που τόσο καιρό υπέφερε από τη μάστιγά της, να αξιοποιήσει την παντοδύναμη και θεραπευτική χάρη του Κυρίου και έτσι να θεραπευθεί. Και η μέθοδός της ήταν η πίστη. «Θύγατερ ἡ πίστις σου σέσωκέ σε».
Το παράδειγμά της, η μεθοδολογία της, αποτελεί υπόδειγμα και για μας. Διότι και εμείς έχουμε ανάγκη θεραπείας. Ίσως έχουμε κάποια σωματική αρρώστια, ίσως όμως και αρκετοί από μας να είναι σωματικά υγιείς. Όμως όλοι μας, ως απόγονοι του Αδάμ, έχουμε την πνευματική και θανατηφόρα ασθένεια της αμαρτίας.
Την αρρώστια αυτή που συνίσταται στην έλλειψη επικοινωνίας της ψυχής, του νου, της καρδιάς, με τη χάρη του Θεού και της οποίας το κύριο, αν όχι το μοναδικό σύμπτωμα, είναι η φιλαυτία, ο εγωισμός. Κέντρο της ζωής και της αγάπης του καθενός είναι ο εαυτός μας και επιδίωξη συνεχής, η δική μας ευχαρίστηση και η δική μας ικανοποίηση.
Και η θεραπεία σε τι συνίσταται; Στην αποκατάσταση της κοινωνίας του νου, της καρδιάς με τη χάρη του Θεού, η οποία και θα επιφέρει την καλή αλλοίωση, την απαλλαγή από τη φιλαυτία και την απόκτηση της αγάπης που θυσιάζεται για τον Θεό και τον συνάνθρωπο.
Αλλά για να γίνουν αυτά πρέπει να μιμηθούμε την πίστη της αιμορροούσης του σημερινού ευαγγελίου, και να ακολουθήσουμε τα βήματά της τα πνευματικά.
Και πρώτον, πίστευε, γνώριζε πολύ καλά, ότι ήταν άρρωστη και δεν θεωρούσε φυσιολογική την κατάστασή της.
Και εμείς πρέπει να πιστεύουμε ότι δεν είμαστε φυσιολογικοί. Φέρουμε μέσα μας, από τη γέννησή μας, τις συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος. Ακόμα και μετά το άγιο Βάπτισμα παραμένει η ροπή προς την αμαρτία, η οποία γίνεται μεγαλύτερη καθώς από απροσεξία και αμέλεια κάνουμε τις προσωπικές καθημερινές αμαρτίες, με τις οποίες λερώνεται η κατ’ εικόνα Θεού πλασμένη ύπαρξή μας και γεμίζουμε με πολλά και διάφορα πάθη, τα οποία εκδηλώνονται με τις διάφορες αμαρτωλές πράξεις που κάνουν κόλαση τη ζωή του καθ’ ενός, αλλά και της κοινωνίας γενικότερα.
Δεύτερον, πίστευε ότι ο Χριστός δεν ήταν όπως οι άλλοι γιατροί στους οποίους ξόδεψε την περιουσία της και έμεινε αθεράπευτη, αλλά αυτός μπορούσε να τη θεραπεύσει.
Και εμείς αυτή την πίστη πρέπει να έχουμε, ότι ο Χριστός είναι ο μόνος που μπορεί να θεραπεύσει και να σώσει την προσωπικότητα, την ύπαρξή μας.
Είναι ματαιοπονία και χάσιμο πολύτιμου χρόνου, το να πιστεύουμε ότι κάποιος άνθρωπος ή κάποια ανθρώπινα ή μάλλον δαιμονικά κατασκευάσματα μπορούν να μας σώσουν και να τρέχουμε σε αυτά. «Μὴ πεποίθατε ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία».
Τα διάφορα φιλοσοφικά, θρησκευτικά, πολιτικά-οικονομικά συστήματα, οι διάφοροι νόμοι, η επιστήμη ή η τεχνολογία, πιθανώς να περιορίζουν το κακό που υπάρχει στη ζωή των ανθρώπων, όμως δεν είναι ικανά να θεραπεύσουν ριζικά και να χαροποιήσουν μόνιμα την ανθρώπινη ψυχή. Μόνο ο Θεός, εν Χριστώ Ιησού, δηλαδή μέσα στην Εκκλησία, την Ορθόδοξη Εκκλησία, μπορεί με το Άγιο Πνεύμα, να χαρίσει στον άνθρωπο τη δική του ζωή, την αληθινή και αιώνιο, για την οποία πλάστηκε ο άνθρωπος και η οποία είναι η μόνη που μπορεί βαθειά και τελεσίδικα να τον αναπαύσει.
Τρίτον, η πίστη της αιμορροούσης ήταν ζωντανή, δηλαδή έμπρακτη και δυνατή. Η πίστη χωρίς τα ανάλογα έργα είναι νεκρά. Της αιμορροούσης όμως η πίστη κινητοποίησε όλες της τις δυνάμεις και την έκανε να ξεπεράσει κάθε δισταγμό και φόβο, να ξεπεράσει το εμπόδιο του πλήθους που ασφυκτικά περιέβαλε τον Κύριο και να αγγίξει των ιματίων αυτού. Έτσι έγινε το θαύμα, και ἔγνω τῷ σώματι ὄτι ἴατο ἀπό τῆς μάστιγος».
Η πίστη ως άνοιγμα της υπάρξεως στο Θεό και αποδοχή του λόγου και γενικότερα της χάριτός του, είναι κατά τον άγιο Μάξιμο Ομολογητή, το μέγα και πρώτο φάρμακο της σωτηρίας, ενώ χωρίς αυτή, κατά τον απ. Παύλο, είναι ἀδύνατον να ευαρεστήσουμε στο Θεό. Όσο και αν τον πλησιάζουμε και τον συνθλίβουμε θα μείνουμε αμέτοχοι και άγευστοι της δωρεάς του.
Τέτοια ζωντανή και δυνατή πίστη είχαν όλοι οι Άγιοι, οι οποίοι «διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων… ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀ­σθε­­­νείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πο­λέμῳ…ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπα­νίσθησαν (βασανίστηκαν μέχρι θανάτου)… ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν (πριονίστηκαν), ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον… ὑστερού­μενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι».
Αυτή η πίστη είναι δώρο του Θεού αλλά και καρπός του πόθου, της προσευχής και του αγώνος του ανθρώπου.
Αυτή είθε να αποκτήσουμε και εμείς και με αυτή να γίνουμε μέτοχοι χάριτος και ζωής αιωνίου, προς δόξαν του αγίου Τριαδικού Θεού. Αμήν.

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ

Λουκ. ιστ΄, 19-31

Η παραβολή του πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου.

Bogatul-nemilostiv-saracul-Lazar-6Και πάλι ο Κύριος μας ομιλεί για το μεγάλο θέμα της σωτηρίας του ανθρώπου, και σαν σε πνευματικό τραπέζι μας παραθέτει, με το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, την παραβολή του Πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου.
Ήταν κάποιος πλούσιος που φορούσε ρούχα λαμπρά και πολυτελή και διασκέδαζε κάθε μέρα σε πλούσια τραπέζια.
Ήταν και κάποιος φτωχός που ονομαζόταν Λάζαρος. Πεινασμένος, επιθυμούσε να χορτάσει με τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Σχεδόν γυμνός, άρρωστος και γεμάτος πληγές, τις οποίες έρχονταν και έγλυφαν τα σκυλιά, ήταν πεταγμένος κοντά στην εξώπορτα του πλουσίου.
Ο πρώτος χαρακτηρίστηκε πλούσιος. Πλούσιος δε κατά την εποχή του Χριστού ονομαζόταν εκείνος που όχι μόνο είχε πολλά αγαθά (κτήματα, ρούχα, τροφές κ.λ.π.) αλλά και έλπιζε και στηριζόταν σε αυτά και όχι στο Θεό. Με αυτή δε την έννοια ήταν άπιστος (δεν είχε εμπιστοσύνη στο Θεό) και ασεβής.
Αντίθετα, πτωχοί ονομάζονταν εκείνοι που όχι μόνο λίγα ή καθόλου υλικά αγαθά δεν είχαν, αλλά καθώς δεν είχαν που να ελπίσουν και που να στηριχθούν, είχαν για μοναδικό τους στήριγμα και ελπίδα το Θεό. Έτσι και με αυτή την έννοια ήταν ευσεβείς. Γι’ αυτούς τα πάντα ήταν ο Θεός.
Τέτοιος πτωχός-ευσεβής, που είχε την ελπίδα του στο Θεό, ήταν και ο πτωχός Λάζαρος της σημερινής ευαγγελικής περικοπής. Εξ’ άλλου το όνομά του Λάζαρος αυτό φανερώνει. Λάζαρος στα Εβραϊκά σημαίνει «ο Θεός είναι βοηθός μου».
Και τι έγινε στη συνέχεια;
Πέθανε ο πτωχός και μεταφέρθηκε από τους αγγέλους στην αγκαλιά του Αβραάμ, δηλαδή στον παράδεισο. Πέθανε και ο πλούσιος και τάφηκε από τους ανθρώπους και η ψυχή του πήγε στον Άδη, στον τόπο της βασάνου, στην κόλαση. Καθώς δε βασανιζόταν, είδε από μακριά τον Αβραάμ με τον Λάζαρο στους κόλπους του και του φώναξε:
-Πάτερ Αβραάμ, κάνε έλεος και στείλε τον Λάζαρο να βουτήξει το άκρο του δακτύλου του στο νερό και να δροσίσει τη γλώσσα μου γιατί τυραννιέμαι σ’ αυτή τη φλόγα.
-Παιδί μου, απάντησε ο Αβραάμ, θυμήσου ότι συ απόλαυσες με το παραπάνω τα αγαθά σου στην ζωή πάνω στη γη και ο Λάζαρος τα βάσανά, δηλαδή τη φτώχεια, την πείνα, την αρρώστια. Τώρα εδώ αναπαύεται και παρηγορείται, συ δε υποφέρεις. Και ακόμα, μεταξύ μας υπάρχει μεγάλο χάσμα, ώστε ούτε αυτοί που θέλουν να περάσουν από εδώ σε σας να μη μπορούν, ούτε και εκείνοι που είναι σε σας να μπορούν να περάσουν σε εμάς.
Τα λόγια αυτά του Αβραάμ αποτελούν, νομίζουμε, το κεντρικό σημείο της παραβολής και καλό είναι να τα προσέξουμε.
Κατ’ αρχήν ας πούμε ότι δεν κακίζεται ο πλούσιος για το ότι ήταν πλούσιος. Πλούσιος ήταν και ο Αβραάμ. Όμως πώς χρησιμοποίησε ο ένα ς τον πλούτο και πώς ο άλλος; Ο Αβραάμ ήταν άνθρωπος αγάπης. κοίταζε ποιος ξένος θα περάσει και έτρεχε να τον φιλοξενήσει. Έτσι αξιώθηκε να φιλοξενήσει τους τρεις αγγέλους, τύπο της Αγίας Τριάδος. Μάλιστα απέναντι στο Θεό ήταν τόσο γενναιόδωρος, ώστε δεν δίστασε να του προσφέρει και τον μονάκριβό του γιό. Αντίθετα ο πλούσιος της παραβολής ήταν τόσο ανάλγητος και ανελεήμων ώστε δεν έδινε ούτε ένα κομμάτι ψωμί, σ’ αυτόν που ήταν τόσο κοντά του και είχε τόσο ανάγκη, καθώς ήταν γυμνός, πεινασμένος και άρρωστος. Όμως τα λόγια του Αβραάμ μας επιτρέπουν ή μάλλον μας υποχρεώνουν να προχωρήσουμε κάπως περισσότερο.
Βλέπουμε να προβάλλεται ως αιτία των βασάνων του πλουσίου στον Άδη η απόλαυση των αγαθών στη ζωή αυτή, ενώ ως αιτία της αναπαύσεως και μακαριότητας του Λαζάρου, ο πόνος και τα βάσανα που υπέφερε στην επίγεια ζωή του. Δηλαδή δεν είναι κακό τα υλικά αγαθά αλλά η απόλαυση. Δεν είναι κακό (θα λέγαμε είναι ευλογημένο) το να έχουμε κάποια αγαθά (λίγα ή πολλά είναι αδιάφορο) και να τα χρησιμοποιούμε για τις προσωπικές μας ανάγκες ή της οικογένειάς μας ή και των συνανθρώπων μας. Κακό είναι το να τα χρησιμοποιούμε πάνω από το μέτρο που είναι η ανάγκη, το να τα χρησιμοποιούμε για απόλαυση, για ηδονή.
Η βασική αρρώστια από την οποία πάσχει η ψυχή του ανθρώπου εξ αιτίας της απομακρύνσεώς της από ον Θεό είναι η φιλαυτία, η επιδίωξη της δικής του ευχαρίστησης, η ιδιοτέλεια, ενώ υγεία της ψυχής είναι η αγάπη, που χωρίς να ζητά τίποτε για τον εαυτό της θυσιάζεται για τον άλλο. Και ακριβώς οι διάφορες ηδονές τρέφουν και μεγαλώνουν την φιλαυτία και τα διάφορα παρακλάδια της· τη φιληδονία, τη σαρκολατρεία, τη γαστριμαργία, τη φιλοδοξία και τα παρόμοια. Έτσι μας καθιστουν ακάθαρτους ψυχικά και σωματικά, σαρκικούς, ανίκανους και ακατάλληλους να δεχθούμε το Πνεύμα του Θεού και τον αγιασμό του, τον παράδεισο, τη σωτηρία.
Αντίθετα, οι πόνοι και τα βάσανα, όταν τα δεχόμαστε σωστά, δηλαδή με υπομονή και ευχαριστία, μαραίνουν τα πάθη, μαλακώνουν την καρδιά, ταπεινώνουν το φρόνημα και καθιστούν την ψυχή κατάλληλη να δεχθεί τη χάρη του Θεού και να ζει στον παράδεισο. Ο πόνος μας λέει ο άγ. Μάξιμος Ομολογητής, θανατώνει την ηδονή που είναι μητέρα του (πνευματικού κυρίως) θανάτου.
Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε γιατί αυτοί που έχουν πάρει στα σοβαρά το θέμα της σωτηρίας τους, οι ασκητές, αποφεύγουν τις διάφορες ευχαριστήσεις και ηδονές, υποβάλλονται σε στερήσεις και κακοπάθειες και υπομένουν ευχαρίστως τις ταλαιπωρίες που θα επιτρέψει ο Θεός να έλθουν στη ζωή τους. Νηστεύουν ενώ θα μπορούσαν να τρώνε, αγρυπνούν ενώ θα μπορούσαν να κοιμούνται, κοπιάζουν ενώ θα μπορούσαν να κάνουν ξεκούραστα τις δουλιές τους κ.τ.λ..
Κάποιος ασκητής μόναζε στην έρημο και η απόσταση που περπατούσε για να παίρνει το νερό ήταν πολύ μεγάλη. Κάποτε σκέφτηκε και είπε· «τι χρειάζεται αυτός ο κόπος; Θα έλθω να μείνω κοντά στο νερό». μόλις το είπε γυρνά και βλέπει κάποιον να τον ακολουθεί και να μετρά τα βήματά του.
-Ποιος είσαι; τον ρώτησε.
-Άγγελος Κυρίου, απάντησε. Στάλθηκα για να μετρήσω τα βήματά σου και να σου δώσω τον μισθό σου.
Όταν τ’ άκουσε αυτά ο γέροντας έγινε προθυμότερος και πήγε και έμεινε ακόμα πιο μακριά στην έρημο.
Η σημερινή παραβολή αποτελεί μια παρηγοριά και μια προτροπή. Μας λέει· όσα πολλά και μεγάλα βάσανα κι’ αν έχετε, μη στενοχωρήστε και μη αποκάμνετε. Αυτά σας ετοιμάζουν για τη χαρά του παραδείσου. Αρκεί να τα σηκώνετε με υπομονή και ευχαριστία. Αποτελεί όμως και μια προτροπή. Μη παρασύρεστε από το κοσμικό φρόνημα και τα συνθήματα τύπου «φάγε, πίε, ευφραίνου, απόλαυσε». Μισήσατε τις απολαύσεις της παρούσας ζωής που είναι προσωρινές και οδηγούν στον αιώνιο πνευματικό θάνατο και την αιώνια κόλαση. Αγαπήσατε ως φάρμακο της ψυχής τις κατά Θεόν κακοπάθειες, οι οποίες ήδη από την παρούσα ζωή συνοδεύονται από θεϊκή παρηγοριά, μετά δε το θάνατο δίνουν τη θέση τους στην αιώνιο ανάπαυση και τη χαρά της βασιλείας του αγίου Τριαδικού Θεού, ω η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΛΟΥΚΑ

Λουκ. ζ΄, 11-16

Η ανάστασις του υιού της χήρας της Ναίν.

η αναστασις του υιού της χήρας της ΝαίνΟ θάνατος είχε χτυπήσει τον μοναχογιό αλλά και την καρδιά μιας χήρας γυναίκας που έμενε στη μικρή πόλη Ναίν. Ο θάνατος χτύπησε και όλους εκείνους που έζησαν πριν από μας, ίσως δε πολλές φορές και τα δικά μας σπίτια. Και οι εναπομένοντες σε αυτές τις περιπτώσεις ψάχνουν για μια παρηγοριά.
Ποια είναι όμως η σωστή στάση που πρέπει να πάρομε στο συνταρακτικό αυτό γεγονός και ποια η σωστή παρηγοριά που θα μπορούσαμε να προσφέρομε πρώτα στους εαυτούς μας και μετά στους άλλους; Θα προσπαθήσουμε να διευκρινίσουμε κάποια πράγματα και βάσει αυτών να διατυπώσουμε ορισμένα συμπεράσματα.
Πρώτον. Κάποιοι μέσα στο μεγάλο τους πόνο για το θάνατο προσφιλών τους προσώπων φθάνουν μέχρι το σημείο άστοχα και άδικα να τα βάζουν με το Θεό, θεωρώντας τον αίτιο του θανάτου. Όμως ο Θεός είναι ζωή και μόνο ζωή δίνει. Δεν δημιούργησε το θάνατο. Και τον άνθρωπο τον έκανε να ζει και όχι να πεθαίνει. «Από την αρχή, μας λέει ο άγ. Ιωάννης Χρυσόστομος, γι’ αυτό έπλασε τον άνθρωπο, όχι για να χάνεται αλλά για να προχωρεί προς την αφθαρσία».
Όμως επειδή ο άνθρωπος δεν έχει από μόνος του ζωή αλλά την παίρνει από την πηγή της ζωής, το Θεό, γι’ αυτό η αφθαρσία για την οποία πλάστηκε προϋποθέτει τη συνεχή επικοινωνία με την πηγή της ζωής, το Θεό. Η απομάκρυνση του ανθρώπου από το Θεό με την αμαρτία και η διακοπή αυτής της ζωηφόρου επικοινωνίας που έγινε και γίνεται με την συμβουλή του διαβόλου, είχε και έχει αποτέλεσμα την αρρώστια και το θάνατο, όπως η απομάκρυνση από το φως έχει ως αποτέλεσμα το σκοτάδι. Έτσι λοιπόν ο θάνατος είναι έργο του διαβόλου και της θέλησης του ανθρώπου και όχι του Θεού· τον θάνατο δε της ψυχής, που είναι η αμαρτία, και την από αυτή στέρηση της χάριτος του Θεού ακολουθεί ο θάνατος του σώματος.
Δεύτερον. Αν και ο Θεός δεν έκανε τον θάνατο, όμως επιτρέπει το θάνατο του σώματος, από φιλανθρωπία, «ἵνα μὴ τὸ κακὸν ἀθάνατο γένηται», για να μη γίνεται το κακό ασταμάτητα. Δηλαδή να σταματήσει και το κακό της ψυχής, (να σταματήσει ο άνθρωπος να αμαρτάνει) να σταματήσει και το κακό του σώματος, η ταλαιπωρία της σωματικής αρρώστιας.
Πραγματικά θα ήταν τρομερό κάποιος που π.χ. πάσχει από αθεράπευτη και με φρικτούς πόνους αρρώστια ή έστω απλώς έχει λιώσει από τα βαθειά γεράματα, θα ήταν τρομερό να ζει χωρίς τελειωμό σε αυτή την κατάσταση και να μη μπορεί αναπαυτεί με το θάνατο.
Τρίτον. Ο πεσμένος πλέον άνθρωπος όχι μόνο δεν μπορούσε να γλυτώσει από την αρρώστια και το θάνατο αλλά και τα μετέδιδε ως κληρονομική ασθένεια στους απογόνους του. Η σωτηρία από τον αμαρτωλό άνθρωπο ήταν αδύνατη. Γι’ αυτό ο Θεός, το δεύτερο πρόσωπο της αγίας Τριάδος παίρνει την ανθρώπινη φύση, γίνεται άνθρωπος όχι με το συνηθισμένο τρόπο αλλά εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου, γίνεται ο νέος Αδάμ και πεθαίνει πάνω στο Σταυρό όχι από υποχρέωση, καθότι ήταν αναμάρτητος, αλλά από αγάπη· με τη θεϊκή του δύναμη ανασταίνεται και δίνει έτσι σε όλους τους ανθρώπους τη δυνατότητα της αναστάσεως των σωμάτων η οποία και θα πραγματοποιηθεί κατά τη Δευτέρα του Χριστού μας παρουσία.
Μετά από όλα αυτά ερχόμαστε στα συμπεράσματα·
Πρώτον, ο πιστός χριστιανός δεν φοβάται τον σωματικό θάνατο, διότι ο Χριστός τον κατέστησε παροδικό, τον θεωρεί ως ύπνο· και μάλιστα ο άγιος τον επιθυμεί. Γιατί όμως εμείς, οι συνηθισμένοι χριστιανοί φοβόμαστε το θάνατο; «Δεν ζούμε προσεκτικά, απαντά ο άγ. Ιωάννης Χρυσόστομος, και δεν έχομε αγαθή συνείδηση. Αν συνέβαινε αυτό, καθόλου δε θα μας φόβιζε ο θάνατος. Διότι εκείνος που ζει με αρετή σε τίποτε δε θα μπορέσει να τον βλάψει ο θάνατος ούτε να του αφαιρέσει τη χαρά». Και προσθέτει· «θέλεις να σου πω και μια άλλη αιτία που μας κάνει να φοβόμαστε το  θάνατο; Δεν άναψε στην καρδιά μας ο έρωτας προς τον Θεό, ούτε φούντωσε ο πόθος της βασιλείας των ουρανών και των μελλοντικών αγαθών, διότι τότε θα περιφρονούσαμε όλα τα πρόσκαιρα όπως ο μακάριος Παύλος».
Δεύτερο. Ο πραγματικός χριστιανός δε φοβάται το θάνατο φοβάται όμως την αιτία του θανάτου δηλαδή την αμαρτία. Και πάλι ο χρυσορρήμων άγιος μας λέει· «όπως το σώμα νεκρώνεται όταν το αφήσει η ψυχή, έτσι και η ψυχή νεκρώνεται όταν την αφήσει το Άγιο Πνεύμα. Και αυτό γίνεται όταν ο άνθρωπος αμαρτάνει. Ο θάνατος της ψυχής είναι πολύ πιο φοβερός από το θάνατο του σώματος».
Πώς τέλος να αντιμετωπίσουμε το θάνατο των προσφιλών μας προσώπων; Και πάλι οι Πατέρες μας, που ήταν προσγειωμένοι και φιλάνθρωποι, μας δίνουν τη χρυσή τομή. Ούτε κατά τρόπο ευσεβιστικό να μένουμε απαθείς και ασυγκίνητοι, ούτε να κραυγάζουμε και να χτυπιόμαστε, καθ’ όσον κατά τον άγ. Γρηγόριο Θεολόγο το μεν απαθές «ἀπάν­θρωπον», το δε πολυπαθές «ἀφιλό­σοφον».
Και ο άγ. Ιωάννης Χρυσόστομος ερωτά και συμβουλεύει· «πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να μη λυπηθεί, θα με ρωτήσετε; Αλλά ούτε εγώ λέγω αυτό. Δεν καταδικάζω την λύπη, την υπερβολική λύπη κατηγορώ. Το να λυπηθείς είναι φυσικό… Λυπήσου, δάκρυσε αλλά μην απελπιστείς, μη δυσανασχετήσεις και μη αγανακτήσεις. Δάκρυσε, όπως ο Κύριος δάκρυσε για το Λάζαρο και μας άφησε με το παράδειγμά του το μέτρο της λύπης και τα όρια του πόνου που δεν πρέπει να ξεπερνάμε. Θα λυπηθούμε λοιπόν, όπως είναι φυσικό, για τον προσωρινό χωρισμό, όχι όμως όπως «οι μη έχοντες ελπίδα», την ελπίδα της αναστάσεως.
Ο Κύριος με την ανάσταση του υιού της χήρας του σημερινού ευαγγελίου αλλά και άλλες αναστάσεις, όπως του φίλου του Λαζάρου, της κόρης του αρχισυναγώγου Ιαείρου, και προπαντός με τη δική του Ανάσταση, μας έδειξε ότι μπορεί να αναστήσει τον κάθε άνθρωπο και μας διαβεβαίωσε για την κοινή ανάσταση των σωμάτων όλων των ανθρώπων, δικαίων και αδίκων, την δεύτερη λεγομένη ανάσταση, κατά τη Δευτέρα του Παρουσία.
Όμως πραγματικά μακάριος, για να θυμηθούμε και  την Αποκάλυψη, «ὁ ἔχων μέρος ἐν τῇ ἀναστάσει τῇ πρώτῃ», αυτός που θα λάβει μέρος, θα υποστεί την πρώτη ανάσταση, την ανάσταση της ψυχής, η οποία πρέπει να γίνει στην παρούσα ζωή, ενόσω έχουμε τα μάτια ανοιχτά σε αυτόν τον κόσμο, με τη χάρη του Θεού και τη δική μας συνέργεια, με τα άγια μυστήρια και τις άγιες αρετές, και την οποία ευχόμαστε σε όλους μας. Αμήν.

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ

Λουκ. η΄, 5-15

Παραβολή του σπορέως.

Κυριακή του σπορέωςΚαθώς βρισκόμαστε ακόμα στην αρχή της νέας εκκλησιαστικής χρονιάς, ο Κύριος και η Εκκλησία του παίρνοντας αφορμή από την κατά την εποχή αυτή σπορά του σιταριού, έρχονται με τρόπο παραστατικό να μας καταδείξουν τους κινδύνους μιας κακής και τις προϋποθέσεις μιας καλής πνευματικής καρποφορίας, παρουσιάζοντάς μας την παραβολή του σπορέως, καθώς και την ερμηνεία της, την οποία έκανε ο Χριστός στους μαθητές του.
Βγήκε λοιπόν ο σποριάς για να σπείρει στο χωράφι του. Και καθώς σκορπούσε το σπόρο ένα μέρος του έπεσε στο δρόμο, όπου καταπατήθηκε και τον έφαγαν τα πουλιά. Άλλοι σπόροι έπεσαν στις πέτρες και όταν φύτρωσαν ξεράθηκαν διότι δεν υπήρχε υγρασία. Άλλοι έπεσαν ανάμεσα σε αγκάθια και όταν φύτρωσαν πνίγηκαν από αυτά· και τέλος άλλοι έπεσαν στο χώμα το καλό και γόνιμο, φύτρωσαν και έδωσαν καρπό εκατό φορές περισσότερο.
Κατόπιν, όταν ο Κύριος ρωτήθηκε από τους μαθητές του, είπε ότι η παραβολή αυτή σημαίνει τα εξής· ο σπόρος είναι ο λόγος του Θεού. Η περίπτωση του σπόρου που έπεσε στο δρόμο είναι εκείνοι που άκουσαν μεν λόγο Θεού, έρχεται όμως ο διάβολος και τον παίρνει από τις καρδιές τους για να μη πιστέψουν και σωθούν.
Η άλλη περίπτωση, του σπόρου που έπεσε στο πετρώδες έδαφος, είναι εκείνοι που όταν ακούν τον λόγο του Θεού τον δέχονται με χαρά, δεν έχουν όμως ρίζα· πιστεύουν για λίγο και όταν έλθει ο πειρασμός, η δοκιμασία απομακρύνονται.
Το μέρος του σπόρου που έπεσε στα αγκάθια μας παρουσιάζει εκείνους που ακούνε το λόγο του Θεού, συμπορεύονται όμως με τις μέριμνες, τον πλούτο και τις απολαύσεις της ζωής, πνίγονται από αυτά και δεν καρποφορούν.
Τέλος με το σπόρο που έπεσε στο καλό έδαφος εννοούνται εκείνοι που ακούν τον λόγο, τον φυλάνε μέσα τους και καρποφορούν με υπομονή.
Μετά την ερμηνεία της παραβολής την οποία έκανε ο Κύριος, εμείς μόνο κάποιες επισημάνσεις ας κάνομε.
Πρώτον. Σποριάς είναι ο Θεός, είναι ο Χριστός, ο οποίος διδάσκει με πολλούς τρόπους και κατ’ αρχήν με την κτίση. Στα κτίσματα οι καλοπροαίρετοι μπορούν να δουν τη σοφία, τη δύναμη, την αγάπη του Θεού.
Κατόπιν, η διδασκαλία γίνεται με τα λόγια. Μέσα στο ναό ακούγεται το Ευαγγέλιο, τα Αποστολικά και άλλα αναγνώσματα, ακούονται τα τροπάρια, γίνεται το κήρυγμα ή και τα κατηχητικά μαθήματα. Εκτός του ιερού ναού προσφέρονται για μελέτη η Αγία Γραφή («Μακάριος ἀνήρ, ὃς… ἐν τῷ νόμῳ αὐτοῦ μελετήσει ἡμέρας καὶ νυκτός»), έργα πατερικά, βίοι αγίων, μπορούμε να διαβάσουμε εκκλησιαστικά περιοδικά και εφημερίδες, ή να ακούσουμε ψυχωφελής ομιλίες και συζητήσεις.
Πολύς λοιπόν ο σπόρος και ειδικά στην εποχή μας, πολλές οι δυνατότητες πνευματικής τροφοδοσίας. Αρκεί να αξιοποιήσουμε αυτές τις δυνατότητες. Να δείξουμε ενδιαφέρον, να νοιώσουμε την πνευματική τροφοδοσία ως ανάγκη. Να φροντίσουμε να βρούμε και να προσφέρουμε στη ψυχή μας γνήσιο λόγο Θεού και όχι σκουπίδια και δηλητήρια όπως αυτά της τηλεοράσεως, αν δε είναι δυνατόν αυτή την πνευματικά ωφέλιμη τροφή να την προσφέρουμε και σε άλλους.
Δεύτερον. Δεν αρκεί να σκορπιστεί ο σπόρος αλλά πρέπει και να μπει μέσα στο χώμα, να γίνει δεκτός από το έδαφος. Αυτή η δεκτικότητα είναι η πίστη. Χρειάζεται να πιστέψομε ότι ο Χριστός είναι η ζωή μας, η σωτηρία μας και ο λόγος του λόγος αλήθειας, η οποία επιβεβαιώνεται από τα πολυάριθμα παραδείγματα των αγίων της Εκκλησίας μας.
Τρίτον. Τα αγκάθια που πνίγουν και δεν αφήνουν το λόγο του Θεού να καρποφορήσει και τα οποία επεσήμανε ο Κύριος, οι πολλές και παραπανίσιες μέριμνες, ο αγώνας για πλουτισμό και οι ποικίλες, ιδίως οι σαρκικές ηδονές, δυστυχώς αφθονούν στην εποχή μας, εποχή ιδιαίτερα αντιπνευματική. «Με όποιο τρόπο, μας λέει ο άγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος, βάζοντας κάποιος χώμα στη φλόγα αναμμένου φούρνου τον σβήνει, με τον ίδιο τρόπο και οι βιοτικές μέριμνες και κάθε προσκόλληση έστω και σε ένα μικρό πράγμα, εξαφανίζουν τη θέρμη της καρδιάς που ανάφθηκε στην αρχή». Χρειάζεται ο σημερινός χριστιανός, εντελώς ιδιαίτερα να προσέξει τους αρνητικούς αυτούς παράγοντες και όλο του τον πόθο να τον στρέψει από τις μέριμνες και τον πλούτο και τις ηδονές προς το Χριστό και την απόκτηση, κατά τρόπο αισθητό, του αγίου Πνεύματος.
Τέλος, το πότισμα με την υπομονή και η λίπανση με την επιμονή είναι απαραίτητα. Ο Κύριος επισημαίνει ότι αυτοί που καρποφορούν, «καρποφο­ροῦσιν ἐν ὑπομονῇ». Και αλλού «ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε (θα σώσετε) τὰς ψυχὰς ὑμῶν»· και ο Απόστολος Παύλος προτρέπει «δι’ ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα».
Χρειάζεται λοιπόν να υπομένομε. Να μένουμε υπό. Δηλαδή κάτω από το θέλημα του Θεού, όπως αυτό εκφράζεται ως εντολή ή ως κάποιο γεγονός που επιτρέπει ο Θεός να έλθει στη ζωή μας. Υπομονή στον κόπο και στον πόνο. Στον κόπο και τον πόνο που απαιτεί η θεραπεία της ψυχής μας. Αυτή η υπομονή είναι η πίστη στην πράξη. Η πίστη που σώζει.
Υπομονή αλλά μέχρι που ή μέχρι πότε; «Γίνου πιστὸς ἄχρι θανάτου, καὶ δώσω σοι τὸν στέφανον τῆς ζωῆς». Όχι μέχρι εκεί που εμείς νομίζουμε ότι αντέχουμε, αλλά μέχρι εκεί που επιτρέπει ο Θεός. Αυτό το στεφάνι της ζωής, της αιωνίου ζωής, της ζωής που δίνει το Άγιο Πνεύμα είναι ο καρπός τον οποίο ήλθε να φέρει, και θέλει και σήμερα να φέρει ο Χριστός.
Αυτόν τον καρπό ποθεί βαθύτερα κάθε άνθρωπος διότι γι’ αυτόν είμαστε πλασμένοι. Αυτόν είθε και εμείς να αποκτήσουμε, δεχόμενοι με πίστη το λόγο του Χριστού, προφυλάσσοντάς τον από όλα εκείνα που μας αποπροσανατολίζουν και μας απομακρύνουν από το Θεό, και μένοντας σταθερά κοντά του με πολλή-πολλή υπομονή. Αμήν.

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΛΟΥΚΑ

Λουκ. στ΄, 31-36

Περί της εις τους ανθρώπους αγάπης.

01Τα ευαγγελικά αναγνώσματα των περασμένων Κυριακών μας είπαν το πως μπορούμε και πρέπει να ακολουθήσομε τον Χριστό, πώς να έχουμε σωστή σχέση με τον αυτόν, το σημερινό δε μας παρουσιάζει την σωστή σχέση που πρέπει να έχουμε με τους ανθρώπους. Και αυτή δεν είναι άλλη από την αγάπη.
Αιώνες τώρα οι άνθρωποι ζούνε μια τραγική κατάσταση. Ο καθένας, προτάσσοντας και επιδιώκοντας το δικό του συμφέρον προσπαθεί να ξεγελάσει τον άλλο, να τον εκμεταλλευτεί να τον αδικήσει. Γι’ αυτό και γίνονται οι κλοπές, οι φόνοι, οι πόλεμοι.
Προσπαθεί η ανθρωπότητα να γλυτώσει από το κακό αυτό με νόμους, με πολιτικές, με φιλοσοφίες, με θρησκείες. Όμως το μόνο που κατορθώνει να επιτύχει, όταν το κατορθώνει, είναι απλώς να περιορίσει τις εκδηλώσεις του κακού. Και είναι επόμενο, εφ’ όσον η βασική αρρώστια της οποίας συμπτώματα είναι οι αντικοινωνικές εκδηλώσεις που προαναφέρθηκαν, δηλαδή η ιδιοτέλεια, παραμένει αθεράπευτη. Και η θεραπεία συνίσταται στην απόκτηση της πραγματικής αγάπης, της αγάπης η οποία «οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς», της αγάπης που δεν αποβλέπει στο δικό μας συμφέρον αλλά στο καλό, την ωφέλεια του άλλου. Της αρχοντικής, καθώς θα έλεγε ο π. Παίσιος, της θεϊκής αγάπης. Αυτήν την αγάπη σκιαγραφεί σήμερα ο Κύριος και αυτήν θέλει να αποκτήσομε και εμείς.
«Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως». Όπως θέλετε οι άλλοι να  συμπεριφέρονται προς εσάς, έτσι ακριβώς να συμπεριφέρεστε και εσείς προς αυτούς.
Να ο πρακτικός κανόνας της αγάπης. Βάλε τον εαυτό σου στη θέση του άλλου και θα δεις τι πρέπει να κάνεις. Ο σύζυγος ας βάλει τον εαυτό του στη θέση της συζύγου (όσο βέβαια μπορεί, καθώς η ψυχολογία του ανδρός και της γυναικός διαφέρουν) και θα δει πως πρέπει να της συμπεριφέρεται (με αγάπη, τρυφερότητα, σεβασμό, πίστη κλπ). Η σύζυγος στη θέση του συζύγου. Το αφεντικό στη θέση του εργάτου. Ο εργάτης στη θέση του εργοδότου κλπ.
Θα μπορούσε όμως κάποιος να ρωτήσει: «Καλά. Το να κάνω το καλό σε κάποιον δικό μου άνθρωπο, σε κάποιον γνωστό μου το καταλαβαίνω. Να κάνω το καλό σε κάποιον που θα το καταλάβει και θα μου το ανταποδώσει ή έστω θα μου πει ένα ευχαριστώ το καταλαβαίνω. Πώς όμως να κάνω το καλό σε κάποιον που είναι αναίσθητος ή αχάριστος; Εκεί όπου δε θα ακούσω ευχαριστώ; Και ακόμα περισσότερο· πώς να κάνω το καλό σε αυτόν που μου έκανε κακό ή και τώρα επιδιώκει το κακό μου;
«Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως». Όπως θα θέλαμε όλοι, όλοι ανεξαιρέτως, να μας αγαπούν και να μας κάνουν το καλό χωρίς να επηρεάζονται από τις δικές μας αδυναμίες και τις εν γένει αρνητικές μας συμπεριφορές, έτσι και εμείς να κάνομε το καλό, να αγαπούμε τους άλλους, ανεξάρτητα από το τι είναι ή τι κάνουν εκείνοι.
«Ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθο­ποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστίν; καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσιν (ποια χάρη περιμένετε από το Θεό, αφού και οι αμαρτωλοί κάνουν το ίδιο); Καλό με την προσδοκία της ανταπόδοσης κάνουν και οι αμαρτωλοί.
Το να κάνω το καλό εκεί που θα έχω κάποιο κέρδος, κάποια απολαυή είναι εμπόριο. Όπως όταν πάω σε κάποιο κατάστημα, δίνω τα λεφτά μου και παίρνω το αντίστοιχο εμπόρευμα. Η αγάπη όμως δεν είναι εμπόριο. Όχι ότι το εμπόριο είναι κάτι κακό αλλά η αγάπη είναι κάτι ανώτερο. Είναι θυσία, είναι προσφορά χωρίς να περιμένει κανείς αντάλλαγμα. Η αγάπη, όπως προαναφέρθηκε, «οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς» γι’ αυτό και είναι ελεύθερη· επεκτείνεται και μέχρι τους εχθρούς.
«Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν».
Ο ήλιος λάμπει προς κάθε κατεύθυνση, ανεξάρτητα από το που θα πέσει το φώς του· σε ευωδιαστό λουλούδι ή βρωμερή ακαθαρσία. Και ο Θεός αγαπά ανεξάρτητα, ελεύθερα· αγαπά τους πάντας και τα πάντα. Ευεργετεί δικαίους και αδίκους ακόμα και όταν τιμωρεί διότι από αγάπη τιμωρεί, για το καλό και τη σωτηρία του αμαρτωλού. Και ο άνθρωπος του Θεού, μιμούμενος τον Θεό ή μάλλον ενεργοποιώντας την ιδιότητά του ως μέλλους του σώματος του Χριστού, κάνει το καλό σε όλους· ακόμη και προς τους εχθρούς του.
Μήπως είναι αφελής ή κορόιδο; Μήπως βγαίνει ζημιωμένος; Βεβαίως όχι. Ίσως κάποιες φορές φαίνεται να ζημιώνει στα υλικά. Κερδίζει όμως πνευματικά. Κέρδος του το να μοιάσει του Θεού· το να γίνει παιδί του Θεού, θεός κατά χάριν· «καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς» (και θα είναι ο μισθός σας μεγάλος, και θα είστε παιδιά του Θεού, διότι αυτός είναι καλός ακόμα και με τους αχάριστους και τους κακούς). Υπάρχει μεγαλύτερο κέρδος από αυτό; «Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτί­ρμων ἐστίν». Αμήν.

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ

Η κλήση των πρώτων μαθητών.

Η κλήση των πρωτων μαθητώνΤο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα αποτελεί τρόπόν τινα συνέχεια του ευαγγελίου της περασμένης Κυριακής. Εκείνο μας είπε το «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκο­λουθεῖν, απαρνησάσθω ἑαυτὸν», και το σημερινό μας λέει πως οι ψαράδες της Γαλιλαίας, συγκεκριμένα και πρακτικά απαρνήθηκαν τον εαυτό τους και τα δικά τους, ακολούθησαν το Χριστό και έγιναν μαθητές και απόστολοί του.
Ο Κύριός μας βρισκόταν στην λίμνη Γεννησαρέτ και στην όχθη της είδε δύο πλοιάρια, των οποίων οι ψαράδες είχαν κατέβη και έπλεναν τα δίχτυα τους. Ο Χριστός ανέβηκε σε εκείνο που ήταν του Σίμωνος και από εκεί δίδασκε τα πλήθη.
Όταν τελείωσε την ομιλία του, είπε στον Σίμωνα να πάει στα βαθειά και εκεί να ρίξει τα δίχτυα για ψάρεμα, εκείνος δε του αποκρίθηκε· διδάσκαλε, όλη τη νύχτα παιδευόμασταν και δεν πιάσαμε τίποτε· επειδή όμως το λες εσύ, θα ρίξω τα δίχτυα. Και το θαύμα έγινε. Τα ψάρια που πιάστηκαν ήταν τόσα πολλά ώστε γέμισαν όχι ένα αλλά δύο πλοιάρια και μάλιστα σε σημείο που κόντευαν να βυθιστούν.
Δέος κατέλαβε τον μετέπειτα Πέτρο αλλά και τους άλλους που ήταν μαζί του· γι’ αυτό και έπεσε στα γόνατα του Ιησού και του είπε· βγες Κύριε από το ψαροκάικό μου διότι είμαι άνθρωπος αμαρτωλός. Και ο Κύριος τον καθησύχασε· μη φοβάσαι, από τώρα θα ψαρεύεις ανθρώπους. Ύστερα, αφού τράβηξαν τα πλοιάριά τους στη στεριά, άφησαν τα πάντα και τον ακολούθησαν.
Έτσι έγινε η κλήση των πρώτων μαθητών και άρχισε η κοντά στο Χριστό μαθητεία τους. Ταυτόχρονα το περιστατικό αυτό αποτελεί για μας παράδειγμα και υπόδειξη για το ποια στάση θα πρέπει να παίρνομε απέναντι στο Χριστό και πώς να τον ακολουθούμε. Έχομε ένα ωραίο υπόδειγμα πίστεως και υπακοής. Αλλά τι είναι η πίστη;
Δεν είναι μια απλή παραδοχή υπάρξεως του Θεού. Τέτοια πίστη έχουν και τα δαιμόνια και φρίττουν κατά τον Αδελφόθεο Ιάκωβο. Πίστη είναι η εμπιστοσύνη στον Άγιο Τριαδικό Θεό η οποία ενεργοποιεί τον άνθρωπο και τον κάνει να ενεργεί αναλόγως. Η ζωντανή πίστη οδηγεί στα ανάλογα έργα· δηλαδή συνδέεται στενά και άμεσα με την υπακοή του ανθρώπου, υπακοή που κάνει και τον Θεό να έχει εμπιστοσύνη στον άνθρωπο.
Αυτήν την εμπιστοσύνη και υπακοή έδειξε ο Πέτρος στην προκειμένη περίπτωση στο πρόσωπο του Χριστού· «ἐπὶ δὲ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον» (επειδή το λες εσύ θα ρίξω το δίχτυ), και έτσι έγινε το θαύμα της θαυμαστής αλιείας, και ακόμη περισσότερο, έτσι αξιώθηκε να ακούσει το «ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν» (από τώρα θα ψαρεύεις ανθρώπους), δηλαδή ο Χριστός τον εμπιστεύτηκε και τον έκανε μαθητή και απόστολό του.
Η υπακοή είναι ένα μυστήριο. Είναι το άνοιγμα της ψυχής, για να εισρεύσει μέσα του η χάρη του αγίου Πνεύματος. Είναι, η νεύση που λέει ο άγ. Γρηγόριος Θεολόγος, το ναι του ανθρώπου στο Θεό, που οδηγεί στη θέωση, στο να γίνομε πραγματικά, ζωντανά μέλη του Χριστού. Ο άνθρωπος είναι «ζῶον … τῇ πρὸς Θεὸν νεύσει θεούμενον».
Είναι λοιπόν η πίστη και η συνακόλουθη υπακοή πολύ σπουδαίο πράγμα. Όμως όπως όλα τα σημαντικά και πολύτιμα χρειάζεται προσοχή διότι η λανθασμένη χρήση, παράχρηση ή κατάχρηση, μπορεί να έχει τα αντίθετα, καταστροφικά αποτελέσματα. Ας κάνομε κάποιες επισημάνσεις.
Η υπακοή, όπως όλες οι αρετές, δεν είναι ο σκοπός, είναι το μέσον. Η υπακοή δεν είναι για την υπακοή, είναι για το Χριστό. Το τελικώς ζητούμενο δεν είναι η υπακοή αλλά ο Χριστός.
Χρειάζεται προσοχή, σε ποιον κάνομε υπακοή και σε τι κάνομε υπακοή. Υπακοή που δεν μας φέρνει προς το Χριστό αλλά μας απομακρύνει από αυτόν είναι κακή υπακοή. Τέτοια υπακοή έκανε η Εύα στο διάβολο και  ο Αδάμ στην Εύα και επήλθε η πτώση και ο θάνατος. Τέτοια υπακοή κάνουν οι πλανεμένοι και αιρετικοί στους αρχηγούς τους και μένουν έξω από την Εκκλησία και οδηγούνται στην αιώνια κόλαση.
Πολύς λόγος γίνεται, ιδίως σε πνευματικούς λεγομένους κύκλους, για την αδιάκριτη υπακοή. Χρειάζεται πολλή προσοχή, διότι η γνωστή στην παράδοσή μας αδιάκριτη αυτή υπακοή προϋποθέτει τον απλανή οδηγό. Αυτόν που σίγουρα είναι θεοφόρος, θεόπνευστος και σίγουρα οδηγεί σωστά.
Πολλοί σήμερα ονομάζονται γέροντες και πνευματικοί. Πόσοι όμως είναι πράγματι απλανείς και άξιοι της εμπιστοσύνης μας; Ο Κύριος επισημαίνει· «τυφλὸς…τυφλὸν ἐὰν ὁδη­γῇ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦ­νται» (και οι δυο θα πέσουν σε βόθρο) και ο Άγ. Ιωάννης της Κλίμακος μας προτρέπει να προσέξουμε και να εξετάσουμε μήπως πέσουμε σε ναύτη αντί σε καπετάνιο, σε άρρωστο αντί σε γιατρό, σε εμπαθή αντί σε απαθή, σε πέλαγος αντί σε λιμάνι και έτσι προξενήσουμε στον εαυτό μας βέβαιο ναυάγιο.
Μακάριος αυτός που θα βρει απλανή οδηγό, δηλαδή άνθρωπο που πρώτα ο ίδιος θεραπεύτηκε από τα πάθη, βρίσκεται στη θέωση ή τουλάχιστον στην κατάσταση του φωτισμού, έχει την αδιάλειπτη καρδιακή προσευχή και γενικώς έχει πάνω του αισθητή την παρουσία του αγίου Πνεύματος. Έχει πείρα Θεού, είναι  πραγματικά θεόπνευστος, πραγματικός φίλο του Θεού και ικανός θεραπευτής. Σε αυτόν αν κάνει υπακοή και δι’ αυτού στον Θεό, αυτόν ακολουθώντας, θα δει θαυμαστά στη ζωή του και προπαντός το μέγα θαύμα της θεραπείας της ύπαρξής του, που είναι η κάθαρση, ο φωτισμός και η θέωση, στην οποία θεραπεία αποβλέπει τελικά η εν Χριστώ, η μέσα στην Εκκλησία υπακοή και την οποία ευχόμαστε σε όλους μας. Αμήν.

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ

(Μαρκ. η΄ 34-θ΄1)

Χριστος 1Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καἀκολουθείτω μοι» (Μρ. 8,34)

Ο Κύριός μας είχε αρχίσει να φανερώνει στους μαθητές του, πως πρέπει να πάει στα Ιεροσόλυμα και εκεί να πάθει, να θανατωθεί και την τρίτη ημέρα να αναστηθεί. Τότε τον πήρε κατά μέρος ο Πέτρος και άρχισε να τον μαλώνει και να του λέει: Θεός φυλάξει Κύριε! Να μη σου συμβεί αυτό! Και ο Ιησούς γύρισε και του είπε: “Φύγε από μπροστά μου, σατανά! Συ μου γίνεσαι εμπόδιο, γιατί δεν φρονείς εκείνα που φρονεί ο Θεός, αλλά αυτά που φρονούν οι άνθρωποι”. Και προσέθεσε στους μαθητές του: “Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει τον σταυρό του και ας με ακολουθεί”.

Ο Χριστός δηλ. παρουσιάζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να έχει κάποιος, προκειμένου να τον ακολουθήσει, προκειμένου να είναι πραγματικός χριστιανός. Και το πρώτο είναι η θέληση. Και μάλιστα η ελεύθερη θέληση.

Όστις θέλει.

Ο Θεός έπλασε ελεύθερο τον άνθρωπο. Του έδωσε το αυτεξούσιο. Ως εκ τούτου ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να μένει κοντά στο Θεό η να φεύγει μακριά του, να κάνει το καλό η το κακό.

Δεν μπορεί να υπάρξει αρετή χωρίς την ελευθερία. Όταν κάνω το καλό διότι κάποιος άλλος με πιέζει να το κάνω, αυτό δεν είναι αρετή. Και ο Χριστός σέβεται απόλυτα τον άνθρωπο και την ελευθερία του. Δεν υποχρεώνει κανένα. Απλώς δείχνει το σωστό, το καλό, το κατά φύσιν, και προτρέπει τον άνθρωπο να το ακολουθήσει. Όμως απ’ εκεί και πέρα, την απόφαση θα την πάρει ο ίδιος ο άνθρωπος.

Βέβαια πολλές φορές φαίνεται, ο Θεός, με διάφορα δυσάρεστα, να μας πιέζει να τρέξουμε προς αυτόν. Όμως πρέπει να διευκρινίσουμε ότι αυτές οι συμφορές, είναι συνέπειες, γενικώς, της αμαρτίας του ανθρώπου, ο δε Θεός, απλώς επιτρέπει από αγάπη, ο άνθρωπος να υποστεί τις συνέπειες της αφροσύνης του, και έτσι να μάθει με το κακό εκείνα που δεν μπόρεσε να μάθει με το καλό, και τελικά να συνετιστεί να μετανοήσει και να σωθεί.

Γι’ αυτό ας σεβόμαστε και εμείς τους άλλους, ας ανεχόμαστε τις επιλογές τους κι’ ας μη θέλουμε να επιβάλλουμε οπωσδήποτε τις δικές μας, έστω και “σωτήριες”, αφήνοντας περισσότερο πεδίο δράσεως στον Θεό για να επέμβει όπως και όταν θέλει.

 Στην περίπτωση όμως των μικρών παιδιών, στα οποία δεν έχει αναπτυχθεί πλήρως ο νους και η κρίση τους, επιβάλλεται να ενεργήσουμε πιο ανελεύθερα. Όπως στην περίπτωση σοβαρής σωματικής αρρώστιας τη θεραπευτική επέμβαση, τους την επιβάλλουμε, έτσι και πνευματικά, πρέπει να τους δοθεί ότι καλύτερο και σωτήριο έχει επιλέξει η πείρα των ενηλίκων, το οποίο μετά μπορούν να κρατήσουν ή να απορρίψουν.

Για να ακολουθήσει λοιπόν κανείς τον Χριστό χρειάζεται πρώτον να το θέλει. Μετά χρειάζεται το απαρνησάσθω εαυτόν. Το να απαρνηθεί τον εαυτό του. Και τον κακό αλλά και τον καλό εαυτό του. Πρέπει πρώτα να αδειάσει κανείς από τα δικά του, ακόμα και τα καλά, για να μπορέσει να γεμίσει με τα του Χριστού. Τα ανθρώπινα όσο καλά και αν φαίνονται, αποτελούν εμπόδιο στο να δεχθούμε τα του Θεού.

Πιο συγκεκριμένα πρέπει να αφήσουμε:

Τις γνώμες και τις σοφίες μας. Δυστυχώς αυτά τα έχουμε περί πολλού και δεν τα αφήνουμε εύκολα. Πρέπει όμως να καταλάβουμε ότι και η μεγαλύτερη ανθρώπινη σοφία μπρος στη σοφία του Θεού, είναι μωρία, πραγματική ανοησία. Τὸ μωρὸν τοῦ Θεοῦ (αυτό που μοιάζει με μωρία του Θεού) σοφώτερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί”,και “ἡ σοφία τοῦ κόσμου τούτου μωρία παρὰ τῷ Θεῷ εστι ”. Η ανθρώπινη σοφία μπορεί να μας οδηγήσει προς το Θεό. Δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει την σοφία του Θεού, την αλήθεια του Χριστού, την αλήθεια του Ευαγγελίου. Ο Κύριος, όπως ακούσαμε στο σημερινό Ευαγγέλιο, χαρακτήρισε τον Πέτρο σατανά, διότι προσπάθησε να παρεμποδίσει το έργο του, φρονώντας τα των ανθρώπων και όχι τα του Θεού. Γι’ αυτό, εἴ τις δοκεῖ σοφὸς εἶναι ἐν ὑμῖν…μωρὸς γενέσθω, ἵνα γένηται σοφός.  

Ακόμη απάρνηση του εαυτού μας είναι το να αφήνουμε τις επιθυμίες και τα θελήματά μας, όχι μόνο τα αμαρτωλά αλλά και τα καλά.

Αν ο Χριστός έλεγε: οὐ ποιῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμὸν ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός, αν άφηνε το δικό του φυσικό και καθαρό ανθρώπινο θέλημα, εμείς πόσο περισσότερο θα πρέπει να αφήνουμε το δικό μας θέλημα, που από τη γέννησή μας ρέπει προς το κακό;

Αυταπάρνηση είναι και το να αφήνω τα δικαιώματά μου χάριν του άλλου. Την ξεκούραση και τον ύπνο που δικαιούμαι. Τις ανέσεις που εύκολα μπορώ να έχω και που οι άλλοι συνήθως απολαμβάνουν. Το να ντύνομαι, ή να ομιλώ όπως μου αρέσει. Το να τρώγω και να πίνω ότι τραβά η όρεξή μου.

Αυταπάρνηση είναι να αφήνω το δίκαιό μου. Να σιωπώ όταν άδικα με κατηγορούν, να υπομένω όταν με συκοφαντούν, να υποχωρώ εν γνώσει μου, όταν ολοφάνερα με αδικούν.

Αυταπάρνηση είναι, αν χρειασθεί, να αφήσω οτιδήποτε έχω πολύτιμο ακόμη και την ίδια τη ζωή μου, όπως οι άγιοι μάρτυρες, για χάρη του Χριστού.

Τέλος, η τρίτη προϋπόθεση για να ακολουθήσει κανείς τον Χριστό: “καὶ ἀράτω τὸν σταυρόν αὐτοῦ”. Και ας σηκώσει τον σταυρό του.

Ποιος είναι ο σταυρός που πρέπει να σηκώσουμε;

Κατ’ αρχάς αυτά που αναφέραμε προηγουμένως. Το να απαρνηθεί κανείς τον εαυτό του δεν είναι εύκολο πράγμα. Είναι ένας πραγματικός σταυρός.

Σταυρός είναι ακόμα τα βάσανα και οι θλίψεις της ζωής αυτής. Πολύς ο πόνος και μεγάλος ο σταυρός. Όμως γίνεται ελαφρότερος αν αναλογισθούμε, μάλλον μας γίνει πεποίθηση, ότι, οτιδήποτε επιτρέπει ο Θεός να έλθει στη ζωή μας, είναι οπωσδήποτε για το καλό μας, απαραίτητο για τη σωτηρία μας.

Κυρίως όμως σταυρός είναι η με τη θέλησή μας υπακοή στις εντολές του Χριστού. Σταυρός είναι ο αγώνας για την κάθαρση, την απαλλαγή από την τυραννία των παθών, τη μεταμόρφωση της ψυχής μας. Δεν υπάρχουν μέσα μας κακές δυνάμεις που πρέπει να αποβάλλουμε, αλλά διεστραμμένες δυνάμεις που πρέπει να μεταμορφωθούν.

Σταυρός ιδιαίτερα είναι η αγάπη. Η αγάπη από τη φύση της είναι υπέρβαση του εγώ, κένωση, θυσία. Ο Χριστός με τη σταύρωσή του έδειξε την ανυπέρβλητη αγάπη του και προς τον Θεό Πατέρα, αλλά και προς εμάς. Και εμείς σταυρωνόμαστε, πρέπει να σταυρωνόμαστε καθημερινά, για να δείξουμε την αγάπη μας στο Θεό και τους άλλους.

 Ο Ορθόδοξος δεν αντιστέκεται κοσμικά στη δύναμη που ξεσπά επάνω του. Πολεμά με την αγάπη. Είναι άοπλος και οπλισμένος. Σταυρωμένος στο σταυρό της αγάπης, είναι ο πραγματικά ελεύθερος και διαθέτει τη μεγαλύτερη δύναμη.

Όλα αυτά, αυταπάρνηση, σταυρός, θυσία, πιθανώς να ακούονται ὡσεὶ λῆρος”(ως φλυαρίες) στα αυτιά του ανθρώπου της εποχής μας -εποχής δικαιωμάτων και απολαύσεων- και να θεωρούνται τρέλα. Για μας όμως, είναι η οδός του Θεού. “Η οδός του Θεού σταυρός καθημερινός εστιν”, κατά τον άγ. Ισαάκ τον Σύρο. Είναι η υγιής τρέλα, η ανώτερη από τη σύνεση του κόσμου τούτου, με την οποία μακάρι όλοι μας να τρελαθούμε. Η νέκρωση η ζωοποιός, την οποία είθε πάντες να υποστούμε.

Διαφορετικά, όπως τονίζει ο Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, εάν αγαπάς δόξα ανθρώπων και θέλεις να προσκυνείσαι και ζητάς ανάπαυση, ξέφυγες από τον δρόμο του Κυρίου. Διότι πρέπει να συσταυρωθείς μ’ αυτόν που σταυρώθηκε, να συνταφείς μ’ αυτόν που έπαθε, για να συνδοξαστείς έτσι μ’ αυτόν που δοξάστηκε…Διότι δεν είναι δυνατόν κανείς, χωρίς παθήματα και χωρίς να βαδίσει την τραχεία και στενή και τεθλιμένη οδό να εισέλθει στην πόλη των αγίων και να αναπαυθεί και να συμβασιλεύσει με τον βασιλέα Χριστό, στον οποίο ταιριάζει κάθε δόξα στους απέραντους αιώνες Αμήν.

 

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

Η ΥΨΩΣΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ.

Υψωσις Τιμίου Σταυρού«Σταυρός, ο φύλαξ πάσης τής οικουμένης, Σταυρός, η ωραιότης της Εκκλησίας, Σταυρός Βασιλέων τό κραταίωμα, Σταυρός πιστών τό στήριγμα, Σταυρός Αγγέλων η δόξα, καί τών δαιμόνων τό τραύμα».

Εορτάζει η Εκκλησία μας σήμερα την παγκόσμιο Ύψωση τού Τιμίου καί ζωοποιού Σταυρού ο οποίος κατά τον ιερό υμνωδό, προτρέπει όλη την κτίση να ανυμνήσει «τὸ πάθος τὸ ἄχραντο τοῦ ἐν αυτῷ ὑψωθέντος», του Σωτήρα μας Χριστού, ο οποίος με το να θανατώσει πάνω σ’ αυτόν «τὸν ἡμᾶς κτείναντα», τον διάβολο, «νεκρωθέντας ἀνεζώωσε, καὶ κατεκάλλυνε, καὶ εἰς οὐρανούς πολιτεύεσθαι, ἠξίωσεν ὡς εὔσπλαγχνος, δι’ ὑπερβολήν ἀγαθότητος».

Το 326 μ.Χ. η αγία Ελένη, πήγε στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους και να ευχαριστήσει τον άγιο Θεό για τους θριάμβους και το όλο θεοφιλές έργο του γιού της του Μεγάλου και Αγίου Κωνσταντίνου. Μολονότι ήταν 80 ετών έχοντας θείο ζήλο, ανάπτυξε νεανική και ακαταπόνητη δραστηριότητα. Ανέγειρε πολλούς ναούς και θέλησε να πραγματοποιήσει ευσεβή της πόθο, την αποκάλυψη του Γολγοθά, για την οποία πολύ ενδιαφέρον είχε και ο αυτοκράτορας γιος της.

Ο «κρανίου τόπος» ο οποίος είχε καθαγιασθεί με το αίμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, είχε αποτελέσει αμέσως από τον πρώτο αιώνα σεπτό χώρο προσκυνήσεως και ευλαβείας των πιστών. Όμως ο αυτοκράτορας Αδριανός, το 136 μ.Χ., αποφάσισε να αποκρύψει τον Γολγοθά κτίζοντας πάνω σε αυτόν ναό της Αφροδίτης. Νόμισε ότι έτσι θα εξαφάνιζε και αυτή την ανάμνηση του ιερού τόπου. Αλλά η πράξη εκείνη είχε αντίθετο αποτέλεσμα· συνετέλεσε στη διαιώνισή του. Διότι παρά τις πολλές αναστατώσεις που επήλθαν στην περιοχή της Ιερουσαλήμ, η θέση του Γολγοθά παρέμεινε αναμφισβήτητα προσδιωρισμένη. Ο ειδωλολατρικός ναός που ανεγέρθηκε πάνω σε αυτόν παρέμενε αψευδής μάρτυρας της ταυτότητας και γνησιότητάς του.

Έτσι η αγία Ελένη αποκάλυψε τον Γολγοθά αφού απομάκρυνε κάθε ίχνος του μιαρού εκείνου ναού, κατά δε τις εργασίες που για τον σκοπό αυτόν γίνονταν και στις οποίες πολλές φορές παραβρισκόταν και η ίδια, βρέθηκαν τρεις σταυροί. Η συγκίνηση υπήρξε μεγάλη. Κάποιος από αυτούς έπρεπε να ήταν ο καθαγιασμένος από το πανάγιο αίμα του Σωτήρος που έτρεξε πάνω σ’ αυτόν. Ποιος όμως από τους τρεις; Διακριτικό γνώρισμα του Σταυρού εκείνου ήταν το ιδιαίτερο σχήμα του. Ενώ οι άλλοι είχαν το σχήμα του γράμματος Τ, του Κυρίου είχε και την προεξοχή που ιδιαίτερα τοποθετήθηκε για να προσκολληθεί η επιγραφή «Ιησούς ο Ναζωραίος ο βασιλεύς των Ιουδαίων».

Είτε όμως διότι η προεξοχή αυτή δεν υπήρχε πλέον είτε διότι η βεβαίωση της ταυτότητας έπρεπε να γίνει κατά τρόπο πανηγυρικότερο και ασφαλέστερο έγινε το εξής. Ευσεβής και ευγενής κυρία που ασθενούσε σοβαρά και την οποία οι γιατροί είχαν απελπίσει, ακούμπησαν πάνω της καθένα από τους τρεις σταυρούς. Και η φανέρωση έγινε πανηγυρικώς. Μόλις ακούμπησε σε αυτήν τελευταίος ο Σταυρός του Κυρίου, η άρρωστη έγινε τελείως καλά. Κατά άλλη παράδοση η γυναίκα είχε ήδη αποθάνει, ο δε Σταυρός του Κυρίου την ανέστησε. Είτε το ένα όμως συνέβη είτε το άλλο η θαυματουργός ενέργεια του Τιμίου Σταυρού υπήρξε περιφανής και η αναγνώρισή του πανηγυρική.

Η είδηση διαδόθηκε αμέσως σε όλα τα Ιεροσόλυμα και τη γύρω περιοχή και προκάλεσε πολυαριθμότατη συρροή πιστών που είχαν θερμότατο πόθο να πλησιάσουν και να δουν το Τίμιο Ξύλο. Η σπουδή και η ανυπομονησία ήταν ακράτητα. Καθένας αγωνιζόταν να προλάβει τον άλλο και τον πολύ συνωστισμό ακολούθησαν δυστυχήματα. Τότε αποφασίστηκε να γίνει τελετή στο ναό και να τοποθετηθεί ο Σταυρός σε τόπο υψηλό για να τον δουν και να τον προσκυνήσουν όλοι οι πιστοί. Έτσι και έγινε. Ο επίσκοπος Μακάριος επέδειξε από ψηλά τον Τίμιο Σταυρό, σε ανάμνηση δε του γεγονότος αυτού καθιερώθηκε από την Εκκλησία η εορτή αυτή την οποία εορτάζουμε και εμείς σήμερα.

Γιατί όμως προσκυνούμε τον Τίμιο Σταυρό;

Τον προσκυνούμε διότι αναγνωρίζουμε σε αυτόν τη λυτρωτική θυσία του Χριστού. Σταυρός του Χριστού ίσον η Σταυρωσή του την οποία υπέμεινε κάνοντας υπακοή στο θελημα του Θεού Πατέρα, δείχνοντας την άπειρη, την τέλεια αγάπη του προς αυτόν αλλά και προς τον πεπτωκότα, τον αμαρτωλό άνθρωπο. Τον προσκυνούμε από ευγνωμοσύνη διότι ο Σταυρός του Χριστού είναι το προστάδιο και η προϋπόθεση της δικής του Αναστάσεως αλλά ταυτόχρονα και της δικής μας αναστάσεως και σωτηρίας. Τον προσκυνούμε για να πάρουμε τη χάρη του. Χάρη κατά των δαιμόνων αλλά και χάρη για να ζήσουμε και εμείς το μυστήριο του Σταυρού και δι’ αυτού του μυστηρίου να φθάσουμε στην ανάσταση της ψυχής μας. Πώς δε ζούμε το μυστήριο του Σταυρού, πώς συμμετέχουμε στο Σταυρό του Χριστού;

Συμμετέχουμε πρώτον με το άγιο Βάπτισμα. «ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χρι­στὸν Ἰησοῦν, μας λέγει ο απ. Παύλος, εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθη­μεν· συνταφήκαμε με αυτόν στο θάνατο, έτσι ώστε όπως αναστήθηκε ο Χριστός από τους νεκρούς με τη δόξα, με τη δύναμη του Θεού Πατέρα, έτσι και εμείς «ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν»· να ζήσουμε μια νέα ζωή· τη ζωή του Χριστού.

Εδώ είναι το δεύτερο που χρειάζεται για να ζήσουμε το μυστήριο του Σταυρού. Με το άγιο Βάπτισμα πήραμε τη χάρη, τη δυνατότητα να ζήσουμε τη ζωή του Χριστού. Δε φτάνει όμως αυτό. Χρειάζεται κοντά στη χάρη του Θεού και η δική μας θέληση, η δική μας προσπάθεια, ο δικός μας αγώνας, η άσκηση για να ενεργοποιήσουμε τη χάρη, για να κάνει το θαύμα της, να επιφέρει την καλή αλλοίωση και έτσι να ζήσουμε την νέα ζωή του Χριστού. Αυτή δε η άσκηση και ο αγώνας πολλές φορές δεν είναι ευχάριστα αλλά έχουν ή πρέπει να έχουν τον χαρακτήρα, τον πόνο του σταυρού. Αξίζει όμως να υποστούμε αυτόν τον σταυρό διότι μόνο έτσι μπορούμε να φτάσουμε στο φως και τη χαρά της αναστάσεως.

Ας προσκυνούμε λοιπόν τον ζωηφόρο του Χριστού μας Σταυρό με χαρά και ευγνωμοσύνη αλλά και ας ποθούμε και ας προσπαθούμε στην καθημερινή μας ζωή να συμμετέχουμε σε αυτόν για να αξιωθούμε να συμμετάσχουμε και στην Ανάστασή του. «Εἰ… ἀπεθάνομεν σὺν Χριστῷ͵ πιστεύομεν ὅτι καὶ συζή­σομεν αὐτῷ» (αν πεθάναμε μαζί με το Χριστό, πιστεύομε ότι και θα ζήσομε μαζί του). Τούτο θα είναι η πραγματική καταισχύνη του διαβόλου και η γνησιότερη προσκύνηση και η μεγαλύτερη χαρά που θα μπορούσαμε να δώσουμε στον Κύριό μας. Αμήν.

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ

(Ιωάν. γ΄ 13-17)

Κυριακη προ τησς υψωσεως«οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ»

Καθώς πλησιάζομε προς την μεγάλη εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, η Εκκλησία επιχειρεί να μας προετοιμάσει προς τούτο κατάλληλα, όπως με το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, το οποίο μας τονίζει τη μεγάλη αγάπη του Θεού και τη φροντίδα του να σώσει τον πεσμένο και θανατωμένο άνθρωπο, ιδιαίτερα με τη σταυρική θυσία του Υιού του.

 Ο ισραηλιτικός λαός κατά την πορεία του από την Αίγυπτο προς τη γη της Επαγγελίας, βρέθηκε στην έρημο, και εκεί, παρά τις θαυμαστές ευλογίες που είχε πάρει προηγουμένως από το Θεό, άρχισε να γογγύζει εναντίον Του και κατά του Μωυ­σέως. Τότε ο Κύριος για να μετανοήσουν, έστειλε φίδια φαρμακερά που τους δάγκωναν και πέθαιναν.  Πράγματι, η πληγή αυτή οδήγησε στη μετάνοια το λαό, ο οποίος κατέφυγε στον Μωυσή για να παρακαλέσει το Θεό και να τους γλυτώσει από την καταστροφή.  Προσευχήθηκε ο προφήτης και ο Κύριος του είπε να υψώσει σε πάσαλο χάλκινο φίδι προς το οποίο όσοι θα έβλεπαν θα θεραπεύονταν. Έτσι και έγινε και έτσι γλύτωναν από τα θανατηφόρα δήγματα των αισθητών φιδιών.

Το γεγονός αυτό της Παλαιάς Δια­θήκης απετέλεσε προτύπωση ενός άλλου, πνευματικού, κατά τους χρόνους της Καινής.

Ο νοητός όφις, ο διάβολος, από την πτώση των πρωτοπλάστων και μετά, δάγκωνε, δηλητηρίαζε πνευματικά και οδηγούσε στον πνευματικό αλλά και τον σωματικό θάνατο όλους τους ανθρώπους. Και για να γλυτώσουν οι άνθρωποι από το διάβολο και το θάνατο, έρχεται ο Υιός του Θεού και γίνεται άνθρωπος και ενώ δεν είχε καμιά σχέση με την αμαρτία και ως εκ τούτου δεν είχε καμιά εξουσία επάνω του ο θάνατος, υψώνεται αυτός με τη θέλησή του, από αγάπη πάνω στο Σταυρό, έτσι ώστε, καθένας που προσβλέπει σ’ Αυτόν με πίστη να γίνεται κοινωνός της δικής του θεϊκής ζωής, να μη πεθαίνει αλλά να έχει ζωή αιώνιο.

Έτσι λοιπόν εκδηλώνεται η άπειρη αγάπη του Θεού, ο οποίος δεν θέλει να χαθεί ο αμαρτωλός άνθρωπος, αλλά κάνει το παν, θυσιάζει και το ίδιο του τον Υιό, για να τον σώσει.

‘Ετσι, στον παρόντα αιώνα, ο Θεός δεν κρίνει τον κόσμο αλλά προσπαθεί να τον οδηγήσει στη σωτηρία.

Αυτά που προαναφέραμε, θα μπορούσαν να πουν, να υποδείξουν σε μας ορισμένα πράγματα.

α) Το έλεος και η φιλανθρωπία του Θεού είναι άπειρα και γι’ αυτά θα πρέπει να είμαστε γεμάτοι ευγνωμοσύνη προς Αυτόν και ποτέ, σε καμιά περίπτωση, να μην επιτρέπουμε στον εαυτό μας να έχει και τον παραμικρό γογγυσμό κατά του Κυρίου. Ας έχουμε σαν κανόνα, ότι, οτιδήποτε κι’ αν επιτρέψει ο Θεός να έλθει στη ζωή μας, είτε ευχάριστο είτε δυσάρεστο, είναι για το καλό μας.

Αλλά θα μπορούσαμε τούτο, το να μη παραπονούμαστε και γογγύζομε εναντίον του Θεού, να το επεκτείνομε. Δηλαδή να μη έχουμε παράπονο και από τους ανθρώπους. Διότι η κακία τους που ξεσπά επάνω μας, ξεσπά με άδεια του Θεού και για το καλό μας. Είτε για να ξεπληρώσουμε παλιές αμαρτίες είτε για να γίνουμε καλύτεροι. Ας το επεκτείνουμε δε ακόμη περισσότερο. Να μη τα βάζουμε ούτε και με το διάβολο. Διότι και αυτού οι προσβολές αν αντιμετωπίζονται σωστά, έχουν πολύ να μας ωφελήσουν. Τελικά, να τα βάζουμε μόνο με τον εαυτό μας.

β) Ο Θεός θέλει όλοι να σωθούν και κάνει το παν για να σωθούν όλοι. Όμως, όλα αυτά που θέλει και κάνει ο Θεός, μένουν αναξιοποίητα όταν ο άνθρωπος δεν πιστεύει και δεν δέχεται αυτά που προσφέρει ο Θεός. Χρειάζεται λοιπόν απαραίτητα και η πίστη του ανθρώπου και μάλιστα η δι’ αγάπης ενεργουμένη.

γ) Αν ο άγιος Θεός δεν κατακρίνει τον αμαρτωλό άνθρωπο, αλλά προσπαθεί μόνον να τον σώσει, πόσο περισσότερο θα πρέπει εμείς οι αμαρτωλοί να ανεχόμαστε τους συνανθρώπους μας και να τους σκεπάζουμε όταν πέφτουν και να επιδιώκουμε μόνον την διόρθωσή τους;

Η καταλαλιά και η κατάκριση (κουτσομπολιό) είναι διαβολικό έργο (διάβολος σημαίνει κατήγορος) και γίνεται με την υποκίνηση του διαβόλου.[Καταλαλιά είναι το να διαδίδουμε τα αμαρτήματα του πλησίον, π.χ. ο τάδε έκλεψε η είπε ψέματα κ.τ.λ., ενώ κατάκριση είναι το να κρίνομε χωρίς συμπάθεια και να καταδικάζομε τον ίδιο τον άνθρωπο, λέγοντας αυτός είναι κλέφτης, ο άλλος ψεύτης κ.τ.λ.].

Αυτός που κατακρίνει κάνει διπλό αμάρτημα: Ζημιώνει τον εαυτό του και όσους τον ακούν. Με την κατάκριση φεύγει η χάρη του Θεού από πάνω μας και η εγκαταλείψει αυτή μας οδηγεί στην πτώση. Αντίθετα, κατά τον αββά Ποιμένα, την ώρα που σκεπάζουμε το αμάρτημα του αδελφού, σκεπάζει και ο Θεός το δικό μας αμάρτημα.

Σε λίγες μέρες λοιπόν πρόκειται η Εκκλησία να μας προβάλλει προς προσκύνηση τον Τίμιο Σταυρό του Χριστού μας. Ας τον ασπασθούμε με ευγνωμοσύνη για την αγάπη του, αλλά κι’ ας προσπαθούμε πάντοτε να μιμούμαστε το έλεος, την ευσπλαχνία και τη συγχωριτηκότητά του.


❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

ΚΥΡΙΑΚΗ  Θ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Ματθ. ιδ΄ 22-34)

Ο Κύριος περιπατών επί  της λίμνης.

ο Κύριος επι της θαλάσσηςΤο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, αποτελεί συνέχεια εκείνου που ακούσαμε την περασμένη Κυριακή, με το οποίο ο ευαγγελιστής Ματθαίος μας είχε εξιστορήσει το θαύμα της διατροφής των πεντακισχιλίων. Σήμερα ακούσαμε για τον περίπατο του Κυρίου πάνω στα νερά της λίμνης. Αλλ’  ας δούμε τα συμβάντα λεπτομερέστερα και με τη σειρά τους.
Ο Κύριος στη Γαλιλαία πολλαπλασίασε θαυματουργικά, με τη θεϊκή του δύναμη, τους πέντε άρτους και τα δύο ψάρια. Έφαγαν και με αυτά χόρτασαν όλοι οι παρευρισκόμενοι που θα πρέπει να ήταν πάνω από 10.000. Ο κόσμος καθώς είδε το πραγματικά καταπληκτικό αυτό θαύμα, θέλησε να ανακηρύξει τον Χριστό βασιλέα επίγειο, πράγμα που δεν είχε καμμιά σχέση με τον πραγματικό χαρακτήρα της παρουσίας και του έργου του. Γι’ αυτό υποχρέωσε τους μαθητές του να μπουν στο πλοίο και να πάνε να τον περιμένουν στην απέναντι ακτή, αυτός δε διέλυσε τα πλήθη. Κατόπιν ανέβηκε μόνος στο κοντινό βουνό για να προσευχηθεί.
Ο Κύριος μας, όχι μόνο στην περίπτωση αυτή αλλά και σε πολλές άλλες, ιδίως σε κρίσιμες και σημαντικές ώρες της επίγειας ζωής του, κατέφευγε στην προσευχή. Και το παράδειγμά του, μπορεί και πρέπει ο καθένας μας να μιμηθεί. Πρέπει να είμαστε, και αν δεν είμαστε να γίνουμε, άνθρωποι προσευχής.
Γι’ αυτό η Εκκλησία μας έχει την δημόσια λατρεία με τις πάμπολλες ακολουθίες της. Γι’ αυτό υπάρχουν τα ποικίλα προσευχητάρια για τις κατ’ ιδίαν προσευχές, το πρωί, το βράδυ, πριν και μετά το φαγητό και σε πολλές άλλες περιστάσεις, γι’ αυτό υπάρχει στην ορθόδοξη παράδοσή μας η «ευχή», το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Χρειάζεται δε να τονιστεί, ότι η προσευχή δεν θα πρέπει να είναι μια ευκαιριακή εκδήλωση της θρησκεύουσας ψυχής, κάτι δηλαδή που θα γίνεται μόνο σε κάποιες τακτές ώρες ή όταν το καλούν κάποιες ιδιαίτερες περιστάσεις. Η προσευχή ως κοινωνία με τον Θεό πρέπει να είναι συνεχής. Δεν είναι καθόλου σχήμα υπερβολής το «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» (να προσεύχεσε χωρίς διακοπή) του απ. Παύλου ή το «μνημονευτέον θεοῦ μᾶλλον ἢ ἀναπνευ­στέον» (αναγκαιότερη η μνήμη του Θεού από την αναπνοή) του αγ. Γρηγορίου Θεολόγου· για τον απλό λόγο ότι η διακοπή της προσευχής, η απομάκρυνση του νου από τον Θεό, την πηγή της ζωής είναι απομάκρυνση από τη ζωή, πορεία προς τον πνευματικό θάνατο.
Εύλογα όμως θα ρωτήσει κάποιος· είναι δυνατόν συνέχεια να απασχολώ το νου μου με την προσευχή; Ή μπορώ να προσεύχομαι και ταυτοχρόνως να ασχολούμαι με τα συχνά δύσκολα προβλήματα της καθημερινής ζωής;
Ναι. Ανθρωπίνως αυτό είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο. Είναι όμως δυνατόν, όταν με τις κατάλληλες προϋποθέσεις έλθει το άγιο Πνεύμα και προσεύχεται αυτό αδιαλείπτως στην καρδιά μας. Η προσευχή αυτή επειδή ακριβώς την κάνει μέσα μας το άγιο Πνεύμα, ούτε εμποδίζει ούτε εμποδίζεται από οποιαδήποτε άλλη απασχόληση, ούτε και από τον ύπνο. Όμως το θέμα χρειάζεται περεταίρω ανάλυση η οποία ξεφεύγει από τα στενά όρια του σημερινού μας κηρύγματος. Ίσως την επιχειρήσομε σε κάποια άλλη ευκαιρία. Τώρα την αντιπαρερχόμαστε για να προχωρήσομε στην ευαγγελική διήγηση.
Βράδιασε και καθόλη τη νύκτα, το πλοίο με τους μαθητές, στη μέση της λίμνης, υπό την επίδραση αντίθετου ανέμου, «ἦν βασανιζόμενον ὑπό τῶν κυμμάτων». Ο Χριστός τους πλησιάζει περπατώντας πάνω στα νερά. Οι μαθητές νομίζουν ότι είναι φάντασμα, τρομάζουν και βάζουν τις φωνές. Ο Κύριος τους καθησυχάζει· έχετε θάρρος, εγώ είμαι, μη φοβάστε. Και ο Πέτρος· Κύριε, αν είσαι εσύ, δώσε μου εντολή να έλθω κοντά σου περπατώντας πάνω στα νερά. Και πράγματι αυτός με το «έλα» του Χριστού αρχίζει να περπατά στην επιφάνεια της λίμνης. Καθώς όμως βλέπει δυνατό τον άνεμο φοβάται, και καθώς φοβάται αρχίζει να βυθίζεται και τότε φωνάζει· Κύριε σώσε με. Ο Χριστός τον πιάνει, τον γλυτώνει και του λέγει· ολιγόπιστε γιατί δίστασες; Γιατί σ’ έπιασε η αμφιβολία;
Ο Πέτρος λοιπόν ενόσω προσέχει στον Χριστό, βασίζεται, εμπιστεύεται σ’ αυτόν είναι ανοικτός και δεκτικός στη δύναμη, στη χάρη του Χριστού. Και αυτή η θεϊκή δύναμη τον κρατά και δεν βυθίζεται. Όταν όμως με την αμφιβολία απομακρύνεται από το Χριστό, όταν στρέφει την προσοχή και την ελπίδα του σε κάτι άλλο και βασικά στη δική του αδυναμία, τότε εγκαταλείποντας τη χάρη δικαίως εγκαταλείπεται από αυτή και έτσι βουλιάζει.
Και εμείς που διαπλέουμε το πέλαγος της παρούσας ζωής και μάλιστα στη δύσκολη συγκυρία, ενόσω με την ζωντανή πίστη και παρά τις οποιεσδήποτε δυσκολίες διατηρούμε την κοινωνία μας με τον Χριστό δεν έχομε τίποτε να φοβηθούμε. Το άγχος θα είναι ξένο για μας. Είμαστε δικοί του, μέλη του σώματός του, είναι δυνατόν να μας αφήσει να χαθούμε; Αδύνατον.
Όχι ότι όλα θα είναι ρόδινα. Προβλήματα θα υπάρχουν. Αν όμως τα βλέπομε με την πίστη, δηλ. ότι ο Θεός και αυτά τα γνωρίζει και αυτά τα επιτρέπει για το καλό μας και έτσι τα σηκώνουμε με υπομονή και ευχαριστία, τότε τα μεταβάλουμε σε ευλογίες. Αυτά που άλλους τους απομακρύνουν από το Θεό, εμάς θα μας ενώνουν περισσότερο με το Χριστό. Έτσι η πίστη θα γίνει γνώση βέβαιη και εκ πείρας πλέον θα ομολογούμε για το Χριστό, όπως οι μαθητές του στο πλοιάριο, «ἀληθῶς Θεοῦ Υἱός εἶ». Αμήν.

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

ΚΥΡΙΑΚΗ  Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Ματθ. ιδ΄ 14-22)

Χορτασμού πεντακισχιλίων.

η ματθαιουΈνα από τα πιο εντυπωσιακά θαύματα τα οποία έκανε η αγάπη του Χριστού μας, είναι και αυτό το οποίο ακούσαμε κατά την ανάγνωση του σημερινού ευαγγελίου.
Βρισκόταν ο Κύριος με τους μαθητές του σε περιοχή κοντινή προς τη λίμνη της Γαλιλαίας, κόσμος δε πολύς είχε μαζευτεί και άκουγε τη διδασκαλία του. Όμως, καθώς η ώρα είχε περάσει και ο τόπος ήταν ερημικός, θέλησε να στηρίξει και σωματικά τον λαό.
Έβαλε τους ανθρώπους, που μόνο οι άνδρες ήταν περίπου πέντε χιλιάδες, να καθίσουν στο έδαφος, πήρε τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια που βρέθηκαν, και αφού ευχαρίστησε τον Θεό τα έδωσε στους μαθητές του και αυτοί στον κόσμο. Έφαγαν και χόρτασαν, και τα περισσεύματα που μάζεψαν, “ίνα μη τι απόλλυται”, ήταν δώδεκα κοφίνια. Όταν είδαν το θαύμα έλεγαν: “Αυτός είναι πραγματικά ο προφήτης που πρόκειται να έλθει στον κόσμο”.
Ο Κύριος λοιπόν έθρεψε τον λαό υλικά αλλά και πνευματικά. Υλικά μεν με τα ψωμιά και τα ψάρια. Πνευματικά δε με τη διδασκαλία αλλά και το μήνυμα του θαύματος. Ότι δηλαδή αυτός δεν είναι ένας τυχαίος διδάσκαλος, αλλά ο αναμενόμενος προφήτης, ο Μεσσίας.
Και σήμερα τρέφει τον κόσμο. Παρέχει τα υλικά αγαθά Του προς βρώσιν και ποσίν, προς συντήρηση και αύξηση του σώματος. Τα δίνει πλούσια και σ’ όλους, άλλο αν μερικοί τα κατακρατούν και τα στερούν από άλλους που τα έχουν ανάγκη. Τρέφει όμως, ή μάλλον θέλει να θρέψει τον άνθρωπο και πνευματικά. Ποιά όμως είναι η τροφή η πνευματική;
Πολλές φορές ο κόσμος ομιλεί για πνευματικούς ανθρώπους και εννοεί αυτούς που εργάζονται κυρίως με το πνεύμα το ανθρώπινο, με το μυαλό τους, λογοτέχνες, φιλοσόφους κ.λπ., ή κάνει λόγο για πνευματικά επιτεύγματα και εννοεί τα κατορθώματα των ανθρώπων αυτών. Για την ορθόδοξή μας όμως παράδοση, πνευματικός άνθρωπος είναι μόνον αυτός που έχει το Πνεύμα το άγιο, ενώ αυτός που το στερείται, όσο κι’ αν ασχολείται με τις τέχνες, την επιστήμη και γενικώς τον πολιτισμό, είναι σαρκικός ή ψυχικός. Έτσι και τροφή πνευματική δεν είναι τα ωραία λόγια ή οποιοδήποτε άλλο δημιούργημα του ανθρώπου, αλλά η χάρη του αγίου Πνεύματος και κάθε τι που παρέχει αυτή τη χάρη.
Η λήψη της πνευματικής τροφής, είναι απαραίτητη για την πνευματική μας ζωή. Όπως το σώμα που μένει χωρίς τροφή υλική φθείρεται και πεθαίνει, έτσι και η ψυχή, που δεν έχει από μόνη της πνευματική ζωή, χωρίς βρώση και πόση πνευματική, χωρίς τη ζωή που δίνει το άγιο Πνεύμα και που είναι η αληθινή ζωή του ανθρώπου, οδηγείται στον πνευματικό θάνατο.
Πνευματική τροφή είναι ο λόγος του Θεού. Διότι με αυτόν ομιλεί ο ίδιος ο Θεός. Είναι ενέργεια του αγίου Πνεύματος και φέρνει στις ψυχές αυτών που καλοπροαίρετα τον ακούν τη χάρη του αγίου Τριαδικού Θεού.
Κατ’ αρχάς ο λόγος του Θεού είναι διατυπωμένος στα δημιουργήματά του και εξαγγέλλεται από αυτά. Είναι οι λεγόμενοι από τους θεολόγους, και ιδιαίτερα από τον άγιο Μάξιμο τον ομολογητή, λόγοι των όντων. Οι αιτίες δηλαδή που έφεραν στην ύπαρξη τα δημιουργήματα και τα συντηρούν σε αυτή. Είναι αυτό που λέγει ο απ. Παύλος· “τὰ γὰρ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται, ἥ τε ἀΐδιος αὐτοῦ δύναμις καὶ θειότης”· δηλαδή οι αόρατες ιδιότητες και ενέργειες του Θεού, από τότε που κτίστηκε ο κόσμος, βλέπονται με το νου στα κτίσματα, η θεότητα και η αιώνιά του δύναμη. Ή αυτό που λέγει ο ψαλμωδός· “Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν θεοῦ͵ ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα”.
Όμως για την πνευματική μας ασθένεια υπάρχει και ο λόγος του Θεού με τη συνηθισμένη έννοια και μορφή, δηλαδή τη γραπτή και προφορική. Και η μεν παιδαγωγία που γίνεται με τον λόγο της Π. Διαθήκης ομοιάζει, κατά τον άγ. Ιωάννη τον Χρυσόστομο, με τη χορήγηση γάλακτος, η διδασκαλία δε της Κ. Διαθήκης, με τη στερεά τροφή.
Η τροφοδοσία και η αναθέρμανση της πνευ­ματικής μας ζωής χρειάζεται να αποτελούν καθημερινό μας μέλημα και φροντίδα. Και σήμερα, δόξα τω Θεώ, υπάρχουν πολλές δυνατότητες για κάτι τέτοιο. Πολλές εκδόσεις της Αγίας Γραφής με ορθόδοξες μεταφρά­σεις· έργα πατερικά επίσης μεταφρασμένα για να γίνονται καταληπτά από τον καθένα· διάφορα άλλα βιβλία και περιοδικά με άφθονη ύλη χριστιανικού περιεχομένου αποτελούν πηγή για τον πνευματικό μας ανεφοδιασμό. Ακόμη και αυτοί που δεν μπορούν να διαβάσουν ή να τρέξουν σε κάποια αίθουσα, μπορούν να ακούσουν λόγο Θεού σε πολλές ραδιοφωνικές η τηλεοπτικές ομιλίες.
Βέβαια χρειάζεται και εδώ προσοχή και κάποια επιλεκτικότητα ώστε να τροφοδοτούμε την ψυχή μας με τροφή αφ’ ενός μεν υγιεινή, δηλαδή ορθόδοξη και όχι πλανεμένη, αφ’ ετέρου δε στέρεη και δυναμωτική και όχι ανούσιες, πνευματικά, πολυλογίες.
Αλλά όλη αυτή η θετική  τροφοδοσία θα πρέπει να συνοδεύεται και από μια αρνητική. Την αποφυγή δηλαδή όλων των πνευματικών ρύπων και ιδιαίτερα των τηλεσκουπιδιών και των τηλεδηλητηρίων, τα οποία όχι μόνο μας αφαιρούν πολύτιμο χρόνο, όχι μόνο δεν μας ωφελούν πνευματικά αλλά και ψυχραίνουν την πνευματική μας ζωή, μας καθιστούν κοσμικόφρονες, τροφοδοτούν δε και αναζωπυρώνουν τα ποικίλα και ιδιαίτερα τα σαρκικά πάθη.
Ακόμη τροφή πνευματική αποτελούν οι αγιαστικές πράξεις της Εκκλησίας μας, ιδιαιτέρως δε τα Μυστήριά της και μάλιστα η θεία Ευχαριστία. “ἡ γὰρ σάρξ μου ἀληθῶς ἐστι βρῶσις, καὶ τὸ αἷμά μου ἀληθῶς ἐστι πόσις”. Κατά τη θεία Ευ­χαριστία παίρνουμε μέσα μας τη θεωμένη σάρκα του Κυρίου η οποία είναι πηγή αγιασμού και πρόξενος θεώσεως σ’ αυτούς που αξίως προσέρχονται σ’ αυτήν. Χρειάζεται όμως πνευματικός αγώνας, κατάλληλη προετοιμασία, ώστε η κατάλληλη τροφή να πέσει στο κατάλληλο στομάχι. Λέγει σχετικά ο άγ. Ιωάννης Χρυσόστομος· “όπως η σωματική τροφή, όταν πέσει σε άρρωστο στομάχι χειροτερεύει την αρρώστια, όχι λόγω της φύσεώς της αλλά λόγω της ασθένειας του στομάχου, έτσι συμβαίνει και στα μυστήρια τα πνευματικά. Διότι και αυτά όταν πέσουν σε ψυχή γεμάτη κακία, περισσότερο της κάνουν κακό και την καταστρέφουν, όχι εξ’ αιτίας της φύσεώς τους, αλλά εξ’ αιτίας της αρρώστιας της ψυχής που τα δέχθηκε”. Εκείνο δε που μας καθιστά αξίους, κατάλληλους για να δεχθούμε τη χάρη των Μυστηρίων και να ωφεληθούμε απ’ αυτή είναι η μετάνοια και τα έργα της μετανοίας.
Γενικότερα η εργασία των εντολών του Θεού και ιδιαίτερα της προσευχής αποτελεί επίσης τροφή πνευματική. “ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με (πατρός)”. Και με την εργασία των εντολών ο άνθρωπος ομοιάζει με τον Θεό και ως εκ τούτου γίνεται δοχείο δεκτικό, κατάλληλο, για να δεχθεί τη χάρη του Θεού, με την προσευχή δε πλησιάζει σ’ αυτόν και ενώνεται μαζί του. Γεμίζει με Πνεύμα άγιο, γίνεται θεός με τη χάρη του και μπορεί να ζει στον παράδεισο από τώρα, ζώντας και απολαμβάνοντας “ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη”.
Αυτόν τον Λόγο του Θεού, τον άρτον τον ζωντανό που κατέβηκε από τον ουρανό, ας αγαπήσουμε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο και με αυτόν ας τρέφουμε την πεινασμένη μας ψυχή· διά των αγίων Μυστηρίων, των αγίων Γραφών και την εργασία των αγίων του εντολών, για να επιτύχουμε τον ακόρεστο χορτασμό μας. Αμήν.

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

ΚΥΡΙΑΚΗ  Ζ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Ματθ. θ΄ 27-35)

Θεραπεία των δύο τυφλών.

των δύο τυφλώνΟ Κύριός μας καθώς βρισκόταν στην Καπερναούμ, μετά τη θεραπεία της αιμορροούσης γυναικός και την ανάσταση της κόρης του Ιαείρου, θεράπευσε, όπως ακούσαμε κατά την ανάγνωση της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, δύο τυφλούς και κατόπιν ένα κωφάλαλο δαιμονισμένο.
Τα θαύματα του Χριστού τα οποία, όπως σημειώνει ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, και εύκολα και γρήγορα γίνονταν και πάμπολα και ανιάτων ασθενειών θεραπείες ήταν, προκαλούσαν αφ’ ενός μεν τον θαυμασμό του απλού λαού, ο οποίος έλεγε, «οὐδέποτε ἐφάνη ούτως ἐν τῷ Ἱσραήλ», αφ’ ετέρου δε τον φθόνο των Φαρισαίων οι οποίοι έλεγαν, με τη δύναμη του άρχοντα των δαιμονίων διώχνει τα δαιμόνια.
Η άγνοια είναι μεγάλο κακό. Ακόμη όμως μεγαλύτερο είναι το να γνωρίζει κάποιος την αλήθεια και να την διαστρέφει, καταστροφικό δε τις φανερές ενέργειες του Θεού να τις θεωρεί ενέργειες του σατανά.
Ο άγιος Θεός έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα δική του, προκειμένου να τον καταστήσει μέτοχο της δικής του ζωής και τελειότητας. Όμως ο άνθρωπος με την παρέμβαση του μισόκαλου διαβόλου αμάρτησε, έπεσε, και έτσι διακόπηκε η πορεία του προς την τελειότητα. Έγινε δούλος του πονηρού και έκτοτε ζει την δουλεία αυτή ως φθορά και θάνατο, της ψυχής και του σώματος.
Από αυτά τα έργα του διαβόλου ήλθε να γλυτώσει τον άνθρωπο ο Κύριος. Και τα θαύματα του Χριστού, ιδιαίτερα δε οι εκδιώξεις των δαιμόνων και η απαλλαγή από τα δεινά που προκαλούσαν αυτοί, αυτό το λυτρωτικό μήνυμα έδιναν.
Όμως, αυτό το τόσο σημαντικό για σωτηρία του ταλαίπωρου ανθρώπου μήνυμα, έρχονταν και διέστρεφαν και τελικά αχρήστευαν -τουλάχιστον για τον εαυτό τους- οι Φαρισαίοι, καθώς έλεγαν ότι ο Χριστός είχε τον Βεελζεβούλ, και ότι διά του άρχοντος των δαιμονίων έβγαζε τα δαιμόνια.
Αλλά ο Κύριος διέλυσε ως ιστόν αράχνης την πλάνη τους, προβάλλοντας το λογικό επιχείρημα, ότι δεν είναι δυνατόν ο Σατανάς να εκδιώκει τον Σατανά. Όπως όταν ένα βασίλειο ή μια οικογένεια χωριστεί σε αντιμαχόμενα μέρη θα διαλυθεί, έτσι και ο Σατανάς, εάν ξεσηκώθηκε κατά του εαυτού του και χωρίστηκε σε αντιμαχόμενες μερίδες, θα αυτοδιαλυθεί. Για να μπει κανείς στο σπίτι του ισχυρού και να αρπάξει τα υπάρχοντά του, πρέπει πρώτα να τον δέσει και έτσι να μπορέσει να λεηλατήσει το σπίτι του. Παρόμοια και ο Χριστός με το να διώχνει τα δαιμόνια από τους ανθρώπους και να τους ελευθερώνει από τη δουλεία του διαβόλου, ο οποίος με κάθε τρόπο προσπαθεί να κρατήσει τη λεία του, δείχνει ότι είναι ισχυρότερός του και τον έχει νικήσει κατά κράτος. Όταν δε μια τέτοια ενέργεια του Χριστού, μια τέτοια αντίθεση προς τον διάβολο, την αποδίδει κανείς στον ίδιο τον διάβολο και ονομάζει Βεελζεβούλ το Πανάγιο Πνεύμα του Χριστού, του οποίου η αγιότητα αντιτίθεται και διώχνει κάθε σατανική δύναμη, τότε πραγματικά υβρίζει το Πνεύμα το Άγιο.
Όλο το έργο του Χριστού έγινε για να ξαναπάρει ο άνθρωπος το Άγιο Πνεύμα και όλο το έργο του Χριστού στον κάθε άνθρωπο επιτελείται διά του Αγίου Πνεύματος. Όταν όμως κάποιος παίρνει τέτοια βλάσφημη στάση απέναντι στο ‘Αγιο Πνεύμα, όταν έτσι αντιπίπτει, εναντιώνεται «τῷ Πνεύματι τῷ ἁγίῳ» διά του οποίου δίδεται η άφεση των αμαρτιών, ποια ελπίδα σωτηρίας απομένει πλέον γι’ αυτόν; Προφανώς καμία. Με αυτή την έννοια, η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος είναι αμαρτία που δεν μπορεί να συγχωρεθεί και ο υβριστής αυτός θα είναι ένοχος αιωνίου κρίσεως.
Αλλά και σήμερα, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι πλεονάζουν οι περιπτώσεις βλασφημίας του Αγίου Πνεύματος, οι περιπτώσεις κατά τις οποίες φανερές ενέργειες του Πνεύματος του Θεού θεωρούνται δαιμονικές ή διαστρέφονται και περιφρονούνται.
Ας πάρουμε την περίπτωση των αιρέσεων. Επί δύο χιλιάδες χρόνια και συνεχώς η Ορθόδοξη Εκκλησία μας βγάζει αγίους. Αγίους, οι οποίοι έχουν φανερά τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, με την οποία αγαπούν, θαυματουργούν, διώχνουν δαιμόνια. Έτσι, με την παρουσία των αγίων αποδεικνύεται ότι μέσα στην Ορθοδοξία μπορεί ο άνθρωπος να σωθεί, ότι σ’ αυτήν υπάρχει το Άγιο Πνεύμα που καθαρίζει, φωτίζει και θεώνει τον άνθρωπο, ότι σ’ αυτήν υπάρχει η αλήθεια ως δόγμα και τρόπος ζωής.
Τι μας λένε οι αιρετικοί με το να φεύγουν και να παραμένουν έξω από αυτή την αγιοτόκο Εκκλησία; Ότι το πνεύμα που υπάρχει και ενεργεί μέσα σ’ αυτή δεν είναι άγιο, δεν είναι το Πνεύμα της Αληθείας, αλλά πνεύμα πλάνης. Να η βλασφημία του Αγίου Πνεύματος, που τους καθιστά ενόχους κρίσεως αιωνίου, η αμαρτία που αν ριζώσει δεν εξαλείφεται. Γι’ αυτό ο Απ. Παύλος συνιστά, αιρετικό άνθρωπο μετά πρώτη και δεύτερη νουθεσία άφηνέ τον, γνωρίζοντας ότι ένας τέτοιος έχει διαστραφεί και αμαρτάνει καταδικάζοντας ο ίδιος τον εαυτό του.
Αλλά ας έλθουμε και στην περίπτωση αυτών που από περιφρόνηση μένουν μακριά από την Εκκλησία. Συνήθως πρόκειται για ανθρώπους που έχουν αρκετές γνώσεις, όχι όμως και θεολογικές. Έχουν αρκετή ευφυΐα, δεν καταλαβαίνουν όμως ορισμένα απλά και αυτονόητα. Βασικά έχουν πολλή υπερηφάνεια και δεν έχουν την καλή και ταπεινή διάθεση να μάθουν και να ζήσουν την αποκεκαλυμμένη από τον Θεό αλήθεια. Έχουν πολλή εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα και δεν βλέπουν την αδυναμία και το σκοτάδι τους. Περιφρονούν το λόγο της Εκκλησίας, που είναι λόγος του Αγίου Πνεύματος, θεωρώντας τον απλά λόγο ανθρώπων, και μάλιστα καθυστερημένων, και με την περιφρόνηση αυτή προφανώς βλασφημούν το Πνεύμα του Θεού. Έτσι αποκλείουν τον εαυτό τους από τη χάρη του Θεού, και τον στερούν από την δυνατότητα αφέσεως των αμαρτιών, καθαρισμού από τα πάθη, φωτισμού, αγιασμού και σωτηρίας.
Όμως και η καταφυγή σε μαγικές-δαιμονικές τέχνες, η επίκληση και η λατρεία του Σατανά δεν αποτελούν περιφρόνηση, άρνηση και έμπρακτη βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, το οποίο πήραμε κατά το ‘Αγιο Βάπτισμα και το ‘Αγιο Χρίσμα; Και πώς είναι δυνατόν κάποιος που γεύθηκε τις δωρεές του Θεού και μετά αντί αυτών προτίμησε την κοινωνία με τον διάβολο, να μετανοήσει και να επιστρέψει στον Θεό; Είναι αδύνατον, μας λέγει ο Απ. Παύλος, εκείνους που άπαξ φωτίστηκαν και γεύτηκαν την επουράνιο δωρεά και έγιναν μέτοχοι Πνεύματος Αγίου, που γεύθηκαν τον καλό λόγο του Θεού και τις δυνάμεις του μέλλοντος αιώνος και κατόπιν εξέπεσαν, αυτούς είναι αδύνατον να τους επαναφέρει κανείς σε νέα μετάνοια.
Εμείς ίσως δεν έχουμε ξεφύγει σε κάποια αίρεση. Ίσως δεν καταφεύγουμε σε μαγικές τέχνες ή δεν περιφρονούμε γυμνή τη κεφαλή την Ορθόδοξη Εκκλησία μας την οποία ζωοποιεί το Πνεύμα του Θεού. Και πάλι όμως χρειάζεται προσοχή πολλή να μη καθιστούμε ανενεργή τη χάρη την οποία μέσα στην Εκκλησία με τα άγια Μυστήρια παίρνουμε, καλύπτοντάς την με την ικανοποίηση των παθών μας, με τις αμαρτίες μας. Χρειάζεται να μη λυπούμε το Πνεύμα το Άγιο, αλλά να συνεργαζόμαστε μ’ αυτό, για να αποκτήσουμε τους καρπούς του -την αγάπη, τη χαρά, την ειρήνη, τη μακροθυμία, τη χρηστότητα, την αγαθοσύνη την πίστη, την πραότητα, την εγκράτεια- για να μορφωθεί μέσα μας Χριστός, εις δόξαν αυτού και σωτηρία δική μας. Αμήν.

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

ΚΥΡΙΑΚΗ  ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Ματθ. θ΄ 1-8)

Θεραπεία του Παραλύτου της Καπερναούμ.

Paralytic_Ο Κύριος ως τέλειος και αληθινός Θεός και άνθρωπος είχε και έχει την δύναμη και την εξουσία να συγχωρεί τον αμαρτωλό άνθρωπο και να του χαρίζει τη θεραπεία της ψυχής και του σώματος. Και αυτό το απέδειξε στην πράξη πάμπολλες φορές, μία από τις οποίες ήταν η θεραπεία του παραλύτου την οποία ακούσαμε σήμερα.
Μετά η θεραπεία των δαιμονισμένων στη χώρα των Γεργεσηνών, μας είπε ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, ο Χριστός επέστρεψε «εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν» δηλαδή στην Καπερναούμ. Και εκεί, καθώς δίδασκε σε κάποιο σπίτι κατάμεστο από κόσμο, του έφεραν έναν παράλυτο και μάλιστα, καθώς σημειώνουν οι Ευαγγελιστές Μάρκος και Λουκάς οι οποίοι επίσης αναφέρουν το θαύμα αυτό, τον κατέβασαν από τη στέγη. Ο Χριστός βλέποντας την πίστη τους, συγχώρησε τον παράλυτο, λέγοντάς του· «θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Και τότε κάποιοι από τους παρευρισκόμενους γραμματείς είπαν μέσα τους· «οὗτος βλασφημεῖ». Ο δε Ιησούς, ως καρδιογνώστης, τους είπε· «γιατί σκέπτεστε  πονηρά μέσα, στις καρδιές σας»; Τι είναι ευκολότερο να πω· σου συγχωρούνται οι αμαρτίες σου ή σήκω και περπάτα; Και για να αποδείξει ότι είχε εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες, είπε στον παράλυτο· σήκω πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου. Εκείνος πράγματι σηκώθηκε και θεραπευμένος γύρισε στο σπίτι του προκαλώντας τον θαυμασμό του κόσμου και τις προς τον Θεόν δοξολογίες που έδωσε τέτοια εξουσία στους ανθρώπους.
Προκαλεί εντύπωση, πέρα από το μέγεθος και τη σημασία του θαύματος, η στάση των γραμματέων απέναντι στον Κύριο και το έργο του, της οποίας στάσεώς τους η πονηρία φαίνεται καλύτερα εάν συγκριθεί με τη στάση του απλού λαού. Οι απλοί και καλοπροαίρετοι έβλεπαν τα θαύματα του Χριστού, θαύμαζαν και δόξαζαν το Θεό, οι δε γραμματείς και Φαρισαίοι που άκουγαν τα ίδια λόγια και έβλεπαν τα ίδια θαύματα, έλεγαν ότι βλασφημεί ή ότι διώχνει τα δαιμόνια με τον άρχοντα των δαιμονίων.
Τα έργα, η διδασκαλία, τα θαύματα του Χριστού, μιλούσαν εύγλωττα και αδιάψευστα ότι ήταν ο Μεσσίας, ο Υιός του Θεού, ο «ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτί­αν τοῦ κόσμου». Αλλά κάτι τέτοιο οι γραμμματείς δεν μπορούσαν ή μάλλον δεν ήθελαν να το δεχθούν. Σκοπός τους ήταν να τον φέρουν σε δύσκολη θέση, να τον εκθέσουν είτε στο λαό, είτε στις ρωμαϊκές ή ιουδαϊκές αρχές. Όμως το τελικό αποτέλεσμα της εν λόγω αλλά και της εν γένει πονηρής διαθέσεως και συμπεριφοράς τους ήταν το ότι έμειναν μακριά από το Χριστό, μακριά από τη σωτηρία.
Βλέπουμε λοιπόν, πόσο μωρό κάνει και πόσο ζημιώνει τον άνθρωπο η πονηρία. Μοιάζει με εξυπνάδα, ουσιαστικά όμως, ως παρέκκλιση και διαστροφή του φυσιολογικού, της συνέσεως, είναι ανοησία.
Πρώτος διδάσκαλος, αλλά και πρώτο και μεγαλύτερο θύμα της, ο διάβολος. Ενώ δημιουργήθηκε εκ του μηδενός από το Θεό, ενώ δηλαδή πηγή της υπάρξεως και της ζωής του ήταν ο Θεός, θέλησε υπερήφανα και ανόητα, να γίνει θεός χωρίς το Θεό! Αποτέλεσμα· όχι μόνο δεν έγινε θεός, αλλά και από άγγελος φωτός ξέπεσε και έκτοτε είναι και ζει ως άγγελος σκότους. Αλλά και οι πρωτόπλαστοι, που δέχθηκαν την πονηρή συμβουλή του διαβόλου και ανόητα ενήργησαν, έχασαν τον παράδεισο.
Από τότε «η διάνοια του ανθρώπου έγκειται επιμελώς επί τα πονηρά». Του κάθε ανθρώπου. Ακόμη και αυτού που βρίσκεται μέσα στην Εκκλησία. Ίσως δεν υπάρχει πτυχή ή εκδήλωση της πνευματικής μας ζωής, που να μη τη λυμαίνεται η δαιμονική και φθοροποιός αυτή κακία· το χειρότερο δε είναι ότι τις περισσότερες φορές τούτο συμβαίνει χωρίς καλά-καλά να το καταλαβαίνουμε. Ενώ υπάρχει και δουλεύει μέσα μας η αμαρτία πιστεύουμε ότι είμαστε καλοί, συμπεριφερόμαστε σαν να είμαστε καλοί και θέλουμε και οι άλλοι να μας θεωρούν τέτοιους· αλλοίμονο δε σε όποιον αμφισβητήσει την αρετή μας. Αλλά η όλη μας ζωή φανερώνει το αντίθετο.
Εάν π.χ. μας ρωτούσαν: «αγαπάς το Θεό;» πολύ λίγοι θα απαντούσαμε όχι. Όμως αν αγαπούσαμε πραγματικά το Θεό θα είχαμε συνεχώς το νου μας σ’ αυτόν και θα ήμασταν ευτυχισμένοι. Όταν ένας άνθρωπος αγαπά κάποιο πρόσωπο το σκέπτεται αδιάκοπα και ευχαρίστως συνομιλεί μαζί του. Έτσι η προσευχή θα ήταν η τροφή και η τρυφή μας, αλλά βλέπουμε ότι αποτελεί εργασία ξερή και επίπονη στην οποία βρίσκουμε μικρή ή και καμιά ευχαρίστηση. Αντίθετα συχνά και εύκολα σκεφτόμαστε τα γήινα, ολοένα συζητάμε για τιποτένια πράγματα και γεγονότα τα οποία μολύνουν το πνεύμα και αυτό μας προκαλεί ευχαρίστηση. Ενώ έχουμε μεγάλη περιέργεια για τα τρέχοντα κοσμικά, πολιτικά και χίλια δυο άλλα ζητήματα η μελέτη του λόγου του Θεού μας είναι βαρετή και οι συζητήσεις με θέματα πνευματικά δεν ικανοποιούν την πνευματική πείνα της ψυχής μας και προσπαθούμε να τις αποφύγουμε.
Ακόμη, αν αγαπούσαμε το Θεό θα τηρούσαμε τις εντολές του, διότι ο Κύριος είπε: «ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει». Με τις αμαρτίες μας όμως δείχνουμε ότι δεν τον αγαπάμε. «Η απόδειξη ότι ο άνθρωπος δεν αγαπά το Θεό» μας λέγει ο Μ. Βασίλειος «έγκειται στο γεγονός ότι δεν τηρεί τις εντολές του».
Μια άλλη καλή ιδέα που συνήθως έχουμε για τον εαυτό μας είναι ότι έχουμε αγάπη προς τους συνανθρώπους μας.
Εάν όμως αγαπούσαμε τον πλησίον μας πραγματικά, θα θέλαμε και τη ζωή μας να δώσουμε αν υπήρχε ανάγκη. Οι λύπες του θα ήταν και δικές μας λύπες και οι χαρές του δικές μας. Εμείς όμως με ευχαρίστηση ακούμε διάφορα δυσάρεστα γι’ αυτόν, αντί να λυπούμαστε και να πονούμε. Τα σφάλματα και τα αμαρτήματα του όχι μόνο δεν τα σκεπάζουμε με αγάπη αλλά τα διαδίδουμε με άνεση και ευχαρίστηση. Η πρόοδος, η τιμή, τα αγαθά, η χαρά, η ευτυχία του πλησίον δε μας ευχαριστούν αλλά αντίθετα μας λυπούν ή ακόμη χειρότερα δημιουργούν  μέσα μας το φθόνο.
Αλλά ας έλθουμε και στο θέμα της πίστεως. Πόσο εύκολα διαβεβαιώνουμε ότι πιστεύουμε στο Θεό και το ευαγγέλιο αλλά και πόσο εύκολα μας διαψεύδει η πραγματικότητα. Διότι εάν αληθινά πιστεύαμε στο λόγο του Θεού, στην  πανσοφία, την παντοδυναμία και την παναγάπη του, δε θα είχαμε σε καμιά περίπτωση φόβο ή άγχος αλλά θα ήμασταν πάντα ήρεμοι και ήσυχοι, θα δεχόμασταν δε και τα πλέον δυσάρεστα με υπομονή και ευχαριστία. Εάν πραγματικά -όπως ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως- προσδοκούσαμε «ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος», θα ζούσαμε την πρόσκαιρη αυτή ζωή ως «ξένοι καὶ παρεπίδημοί», με πόθο και διαρκή φροντίδα να αξιωθούμε να φθάσουμε στην επουράνια πατρίδα, την άνω Ιερουσαλήμ. Η τάση για βόλεμα και ανάπαυση και ο αγώνας για καλοπέραση στη ζωή αυτή δείχνουν το πόσο λίγο πιστεύουμε στην πράξη αυτά που τόσο εύκολα με το στόμα ομολογούμε.
Ας έλθουμε και στο πάθος της υπερηφάνειας. Είναι αρκετά δύσκολο να βρεθεί χριστιανός -ακόμη και την ώρα της Ι. Εξομολογήσεως- που να θεωρεί τον εαυτό του υπερήφανο. Και όμως, συνειδητά ή ασυνείδητα, θεωρούμε τον εαυτό μας ανώτερο από τους άλλους ή τουλάχιστον όχι κατώτερό τους. Όταν ανακαλύπτουμε κάποιο σφάλμα μας προσπαθούμε να το δικαιολογήσουμε ή να το παραβλέψουμε. Θυμώνουμε με όσους δεν δείχνουν εκτίμηση στο πρόσωπό μας και στενοχωρούμαστε με τις παρατηρήσεις τους. Φουσκώνουμε με τις πραγματικές ή φανταστικές επιτυχίες μας. Κάνουμε το καλό για να μας επαινέσουν ή για να έχουμε εμείς καλή ιδέα για τον εαυτό μας.
Όλα αυτά που προαναφέραμε, η έλλειψη αγάπης προς το Θεό και τον πλησίον, ή έλλειψη πίστεως και ταπεινώσεως και άλλα παρόμοια, αποτελούν την αμαρτία και την πονηρία που υπάρχει μέσα μας και δύσκολα, λόγω της υπερηφάνειάς μας, τη βλέπουμε. Ο Θεός να μας δώσει το κουράγιο να τη δούμε κατάματα, και τη σύνεση να την παραδεχθούμε και να ταπεινωθούμε. Από εκεί και πέρα  τα πράγματα γίνονται εύκολα. Διότι όπου ταπείνωση εκεί και χάρη Θεού, εκεί κάθαρση από τα πάθη, φωτισμός και αγιασμός, τον οποίο είθε όλοι μας, αντί της πονηρίας, να αποκτήσουμε, προς δόξαν του αγίου Τριαδικού Θεού. Αμήν.

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

ΚΥΡΙΑΚΗ  Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Ματθ. ε΄ 14-19)

Των Αγίων 630 Πατέρων της εν Χαλκηδόνι Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου.

12998Συνηθίζεται στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας, όταν γιορτάζεται η μνήμη ενός μεγάλου αγίου, να διαβάζονται τα ανάλογα αγιογραφικά αναγνώσματα. Έτσι και σήμερα, που «ἐπιτελεῖται» η μνήμη των Αγίων εξακοσίων τριάκοντα θεοφόρων Πατέρων της εν Χαλκηδόνι Τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου, της πολύ σπουδαίας αυτής Συνόδου που κήρυξε τον Χριστό τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο, ακούσαμε τα λόγια του Κυρίου τα οποία το πρώτον ειπώθηκαν από αυτόν στο όρος των Μακαρισμών και απευθύνονταν προς τους τότε μαθητές του και μετέπειτα εν πολλοίς αποστόλους και ποιμένες της Εκκλησίας, έχουν άριστη εφαρμογή στην περίπτωση των σήμερα εορταζομένων Πατέρων, αλλά θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχουν ισχύ και για όλους τους χριστιανούς, επομένως και για μας.
Αφού ο Κύριος χαρακτήρισε τους μαθητές του «ἅλας τῆς γῆς» και «φῶς τοῦ κόσμου» και «πόλι.…ἐπάνω ὄρους κει­μέ­νη» και λυχνάρι που πρέπει να λάμπει προς δόξαν Θεού, τόνισε ότι δεν ήλθε για να καταλύσει τον νόμο αλλά για να τον συμπληρώσει, να τον ολοκληρώσει και να τον τελειοποιήσει. Και κατέληξε· Όποιος καταργήσει ακόμη και μια από τις πιο μικρές εντολές μου και διδάξει έτσι τους ανθρώπους, θα κηρυχθεί ελάχιστος στη Βασιλεία του Θεού. Όποιος όμως τις τηρήσει όλες και διδάξει και τους άλλους, αυτός θα κηρυχθεί μεγάλος στη βασιλεία των ουρανών.
Βλέπουμε λοιπόν, πόσο μεγάλη σημασία αποδίδεται από τον ίδιο τον Κύριό μας στο θέμα των εντολών, και μάλιστα όλων των εντολών. Γιατί αυτό, θα μπορούσε κανείς να ρωτήσει; Και τι πειράζει αν κάποιος, από το πλήθος των εντολών, παραθεωρήσει και βγάλει κάποια μικρή;
Ας δούμε όμως καλύτερα το νόημα και τη σκοπιμότητα των εντολών.
Οι εντολές του Θεού, δεν είναι μια σειρά διαταγών που τυχαία ή αυθαίρετα συνέταξε ο Κύριος. Οι εντολές προέρχονται από το τι είναι και από το πως ζει ο Θεός, και σκοπό έχουν, να οδηγήσουν και εμάς στο να ζούμε όπως ζει ο Θεός και να γίνουμε, κατά χάρη βέβαια και όχι κατά την ουσία, ότι είναι ο Θεός.
Παράδειγμα: Μας λέει ο Χριστός· «ἀγα­πᾶτε ἀλλήλους» ή «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν». Γιατί; Διότι ο Θεός «ἀγάπη ἐστί» και αγαπά και αυτούς που τον εχθρεύονται. Έτσι όποιος αγαπά ακόμη και τους εχθρούς του, μοιάζει με το Θεό και ζει όπως ο Θεός. Το ίδιο όταν μας ζητά να ταπεινοφρονούμε, να ελεούμε ,να μακροθυ­μούμε, να συγχωρούμε κ.τ.λ.. Μας τα ζητά, διότι ο ίδιος ο Κύριος είναι εις το έπακρο ταπεινός, μακρόθυμος και πολυέλεος, ανεξίκακος, κ.τ.λ., και πρέπει και εμείς, να ομοιάσουμε κατά το δυνατόν του Θεού εργαζόμενοι τις εντολές της ταπεινοφροσύνης, της ελεημοσύνης, της μακροθυμίας, της ανεξικακίας, κ.τ.λ. και έτσι, με την κατά δύναμη ομοιότητα να είμαστε δεκτικοί στη χάρη του Θεού και να σωθούμε. Διαφορετικά όταν δεν υπάρχει αυτή η ομοιότητα, δεν μπορεί ο άνθρωπος να ενωθεί με το Θεό, και επομένως δεν μπορεί να σωθεί.
Γι’ αυτό, ας αγαπήσουμε τις εντολές του Χριστού. Ας μη τις έχουμε ως αγγαρεία κι’ ας μη τις θεωρούμε καταπιεστικές. Είναι φιλάνθρωποι οδοδείκτες σωτηρίας. Αν συναντάμε δυσκολίες και ζοριζόμαστε στην εφαρμογή τους, αυτό οφείλετε όχι στη βαρύτητα των εντολών –«αἱ ἐντολαὶ αὐτοῦ βαρεῖαι οὐκ εἰσίν»-αλλά στη δικιά μας αρρώστια, στο ότι έχουμε συνηθίσει να ζούμε στην παρά φύση και αρρωστημένη κατάσταση της αμαρτίας.
Και κάτι ακόμη. Είπαμε ότι οι εντολές του Χριστού σχετίζονται με το Θεό και τη ζωή του Θεού. Και όπως ο Θεός είναι ένας και η ζωή του Θεού είναι μία και ενιαία, έτσι και οι εντολές του Θεού είναι ένα ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο. Η αποκοπή, απόρριψη και μη εφαρμογή έστω και μιας εντολής -δεν μιλάμε για την από αδυναμία ή συναρπαγή μη εφαρμογή- μας αποξενώνει από την όλη ζωή του Θεού. Δεν μπορούμε να ενωθούμε με το Θεό μας, αν έχουμε όλες τις αρετές αλλά δεν έχουμε μόνο την ταπείνωση, ή μόνο τη συγχωρητικότητα κ.ο.κ., διότι δεν υπάρχει τέτοιος Θεός που να στερείται ταπεινώσεως, ή συγχωρητικότητος κ.τ.λ..
Να λοιπόν γιατί ο Κύριος μας λέει, «ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν». Και αυτό συμβαίνει με τους κάθε είδους αιρετικούς και πλανεμένους, οι οποίοι έχοντας ξεφύγει από την δογματική καθαρότητα και βιωματική πληρότητα της ορθοδοξίας μας, στερούν τον εαυτό τους αλλά και αυτούς που τους ακολουθούν, από την πνευματική θεραπεία και τη σωτηρία. Αντίθετα, οι πατέρες της Εκκλησίας μας, όπως οι σήμερα εορταζόμενοι, είναι αυτοί οι οποίοι, «ἐποίησαν καὶ ἐδίδαξαν«. Εποίησαν όλες τις εντολές και εδίδαξαν την ορθοδοξία και την ορθοπραξία. Γι’ αυτό και εκλήθησαν και θα κληθούν μεγάλοι «ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν». Αυτοί, με τη χάρη του Θεού καθάρισαν τον εαυτό τους από την αμαρτία και αγίασαν, και το δρόμο που βάδισαν οι ίδιοι τον δείχνουν και σε μας απλανώς. Αξίζουν της εμπιστοσύνης μας και μας συμφέρει να τους υπακούσουμε.
Αλλ’ είπαμε, ότι τα λόγια του σημερινού Ευαγγελίου ισχύουν και για μας. «Δεν πρέπει» μας λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «να είμαστε χρήσιμοι μόνον στους εαυτούς μας, αλλά και στους άλλους….Το να μη συμβουλεύουμε και προτρέπουμε και τους άλλους, μειώνει το μισθό από την τήρηση των εντολών».
Πως όμως να εφαρμόσουμε τα λόγια αυτά του Ευαγγελίου και των Πατέρων;
Ας τονίσουμε πρώτα, ότι μεταξύ του «ποιεῖν» και του «διδάσκειν» την προτεραιότητα έχει το «ποιεῖν». «Καλό είναι» μας λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «το να θεολογήσει κανείς για το Θεό, καλύτερο όμως το να καθαρίσει τον εαυτό του για το Θεό». Και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει ότι «τὸ διδάσκειν ἄνευ τοῦ ποιεῖν κρίνει (κατακρίνει) τὸν διδάσκοντα».
Τι να κάνουμε λοιπόν εμείς που δυστυχώς ανήκουμε στην τάξη των μη ποιούντων; Να σιωπούμε πάντοτε, και όταν ο λόγος μας είναι αναγκαίος; Και πάλι η ταπείνωση, νομίζουμε, αποτελεί τη λύση. «Εάν λαλήσεις σε κάποιον κάτι απ’ αυτά που πρέπει να πεις» μας λέγει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, «μίλησε ως μαθητής και όχι με αυθεντία και αναίδεια. Και προκαταβολικά κατάκρινε τον εαυτό σου και δείξε ότι είσαι κατώτερός του, για να δείξεις σ’ αυτούς που σε ακούν την τάξη της ταπεινώσεως και να τους παρακινήσεις στο να ακούσουν τα λόγια σου και να τα εφαρμόσουν. Εάν μπορείς, σε αυτές τις περιπτώσεις, μίλησε με δάκρυα, για να ωφελήσεις και τον εαυτό σου και αυτούς που σε ακούν, και η χάρη του Θεού θα είναι μαζί σου».
Ας μιλάμε λοιπόν όταν χρειάζεται, με μοναδικό κίνητρο την ωφέλεια του αδελφού και όχι την ικανοποίηση του εγωισμού μας. Όταν δε πρόκειται ο λόγος μας να απευθυνθεί σε ένα ευρύτερο κύκλο ακροατών, ας μη επιχειρούμε κάτι τέτοιο χωρίς την ευλογία του επισκόπου, αλλά και σαν απλοί ακροατές ας μη μετέχουμε σ’ αυτόν, χωρίς τη συμβουλή του πνευματικού μας.
Έτσι, με φόβο Θεού ποιούντες και πολλή ταπείνωση διδάσκοντες, πορευόμενοι τον απλανή δρόμο των Πατέρων μας, ας έχουμε χρηστές ελπίδες, ότι και αν δεν φθάσουμε στο ύψος της δικής τους μεγαλοσύνης, δεν θα στερηθούμε το έλεος και τη χάρη του πανάγαθου Θεού μας, στον οποίο ταιριάζει κάθε ευχαριστία και δόξα στους ατελεύτητους αιώνες. Αμήν.

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

ΚΥΡΙΑΚΗ  Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Ματθ. η΄ 5-13)

 Η θεραπεία του δούλου του εκατοντάρχου.

θεραπεία του δο'υλου του εκαντοντάρχουΚαι πάλι προβάλλεται το μεγάλο, το βασικό και αποφασιστικό θέμα της πίστεως, το οποίο κατά τρόπο εντυπωσιακό σκιαγραφήθηκε με το περιστατικό της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, του θαύματος της θεραπείας του δούλου του εκατοντάρχου στην Καπερναούμ.
Ο Κύριός μας, από άπειρη αγάπη κινούμενος και για να σώσει το υπό του διαβόλου τυραννούμενο πλάσμα του, έγινε άνθρωπος και καθ’ όλη τη διάρκεια της επίγειας ζωής του, ιδιαίτερα δε της τριετούς δημόσιας δράσης του , «διήρχετο εὐεργετῶν καί ἰώμενος» και πλήθος θαυμάτων ενεργούσε. Κύριος δε λόγος για τον οποίον έκανε τα θαύματα ήταν το να καταδείξει ότι είχε δύναμη όχι μόνον ανθρώπινη αλλά και θεϊκή, ότι ήταν άνθρωπος αλλά και Θεός αληθινός. Γι’ αυτό και οι θεανθρώπινες αυτές ενέργειες αναφέρονται εις τα ιερά Ευαγγέλια ως «σημεῖα», δηλ. σημάδια τα οποία δείχνουν ότι Ιησούς είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας, ο μέλλων «λυτροῦσθαι τόν Ἰσραήλ».
Και όμως. Καίτοι «ἐφανέρωσεν τήν δόξαν αὐτοῦ», αν και έκανε τόσα πολλά ώστε και οι ίδιοι οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι να ομολογούν και να λέγουν «οὖτος ὁ ἄνθρωπος πολλά σημεῖα ποιεῖ», «οὔκ ἐπίστευον εἰς αὐτόν» και κατά συνέπεια δεν μετανόησαν. Εκείνο το οποίο θα μπορούσε να συγκλονίσει και να οδηγήσει στην πίστη τους καλοπροαίρετους, έστω και ειδωλολάτρες, όπως τον εκατόνταρχο του σημερινού Ευαγγελίου, αυτούς τους άφηνε ανέγγιχτους και αμετανόητους. «Εἴ ἐν Τύρῳ καί Σιδώνι ἐγένοντο αἱ δυνάμεις αἱ γενόμεναι ἐν ὑμῖν, πάλαι ἄν ἐν σάκκῳ καί σποδῷ μετενόησαν». Ενώ έβλεπαν τα θαύματα, ενώ έβλεπαν το φως, έκλειναν τα μάτια για να μη δουν και καταλάβουν με την καρδιά τους και μετανοήσουν και θεραπευτούν. «Τετύφλωκεν αὐτῶν τούς ὀφθαλμούς κι΄ ἐπώρωσεν αὐτῶν τήν καρδίαν, ἵνα μή ἴδωσιν τοῖς ὀφθαλμοῖς καί νοήσωσιν τῇ καρδίᾳ καί στραφῶσιν καί ἰάσομαι αὐτούς». Δικαιολογημένο το παράπονο του προφήτου, που κατ’ εξοχήν στην περίπτωση του Χριστού θα μπορούσε να εφαρμοστεί· Κύριε, ποιος πίστεψε στο κήρυγμά μας και η δύναμη του Κυρίου σε ποιόν φανερώθηκε;
Αλλά αυτό το οποίο συνέβαινε τότε, βλέπουμε να συμβαίνει και σήμερα.

Γιορτάσαμε προ καιρού την λαμπροφόρο Ανάσταση του Κυρίου, με την οποία μας χάρισε τη δυνατότητα της άφθαρτης αιώνιας ζωής, κατόπιν την εις ουρανούς Ανάληψή του, με την οποία κατέστησε την ανθρώπινή μας φύση ομόθρονη με την θεία φύση και της ίδιας δόξας με αυτήν, και πιο πρόσφατα πανηγυρίσαμε την θεοποιό Πεντηκοστή. Και όμως, όλα αυτά πολλούς τους αφήνουν αδιάφορους και ασυγκίνητους.
Υπάρχουν άνθρωποι που είναι γραμ­ματισμένοι και ευφυείς, και ενώ θα περίμενε κανείς να είναι οι καλύτεροι χριστιανοί, τους βλέπει να ανοηταίνουν και να μένουν μακριά από την πίστη, μακριά από τον Χριστό και την Εκκλησία, και τελικά μακριά από τη σωτηρία. Και ποιος ο λόγος; Η εωσφορική υπερηφάνεια, που κάνει τον άνθρωπο ανόητο, να μη βλέπει, να μη καταλαβαίνει και να μη δέχεται τα απλά και ευνόητα. Αλλά και γενικότερα η εμπάθεια, τα πονηρά έργα. Διότι καθένας που εργάζεται τα έργα της αμαρτίας, μισεί το φως και δεν έρχεται προς το φως, για να μη ελεγχθούν τα πονηρά του έργα, και διότι η πίστη όταν είναι ειλικρινής και ζωντανή συνεπάγεται ανάλογη ζωή.
Και εμείς είμαστε βαπτισμένοι χριστιανοί και λίγο-πολύ πιστεύουμε στο Χριστό. Αυτό τουλάχιστον δείχνει η εδώ παρουσία μας και το ότι καθόμαστε και ακούμε το λόγο του Θεού. Πιστεύουμε ότι είμαστε μέλη του σώματος του Χριστού. Όμως πόσες φορές δεν διαπιστώνουμε ότι η ζωή μας δεν συμφωνεί με την πίστη μας, ότι η ζωή μας δεν είναι σύμφωνη με τη ζωή του Χριστού; Αιτία, το ότι προτιμούμε κάτι άλλο περισσότερο από το Θεό. Αλλά ας δούμε κάπως καλύτερα το θέμα.
Γνωρίζουμε, ότι στον Αδάμ, στον παράδεισο, είχε δοθεί μια εντολή που έπρεπε να τη φυλάξει. Όμως έκανε παρακοή και αμάρτησε. Η αμαρτία στην αρχή του προκάλεσε ευχαρίστηση, ηδονή. Μετά όμως του έφερε πόνο, λύπη, φθορά, αρρώστια και τον οδήγησε στον θάνατο.
Από τότε, κάθε απόγονος του Αδάμ, κάθε άνθρωπος που γεννιέται με το γνωστό φυσικό τρόπο, έχει ριζωμένα στην ύπαρξή του τον πόνο από τη μια μεριά, και την ευχαρίστηση, την ηδονή όπως λέμε, από την άλλη. Η αμαρτία έχει μέσα του μεγάλη δύναμη, διότι του προκαλεί ηδονή. Και χάρη της ηδονής αμαρτάνει. Την ευχαρίστηση όμως, διαδέχεται ο πόνος, η οδύνη. Οι τύψεις αλλά και οι διάφορες σωματικές ταλαιπωρίες και τελικά ο θάνατος.
Ζώντας αυτόν τον πόνο ο άνθρωπος προσπαθεί να βρει παρηγοριά και ανακούφιση. Μη γνωρίζοντας όμως την αιτία της ταλαιπωρίας του, που όπως είπαμε είναι η ηδονή, αναζητά και ξαναπέφτει στις διάφορες ευχαριστήσεις, από τις σαρκικές μέχρι τα ναρκωτικά αλλά και τις τιμές και δόξες του κόσμου τούτου, η οποίες όμως του προξενούν και πάλι πόνους και τρέχει ξανά στις ηδονές κ.ο.κ.. Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος από τον οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει. «Ταλαί­πωρος ἐγώ ἄνθρωπος, τίς μέ ρύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου;»
Τη λύση προσφέρει ο Χριστός, ο οποίος γεννήθηκε εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου, και «ἁμαρτίαν οὔκ ἐποίησεν», αλλ’ έγινε «πιστός ἄχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυροῦ.»
Ξένος προς τις σαρκικές ηδονές και χωρίς την υποχρέωση του πόνου, με τη θέλησή του και για χάρη του ανθρώπου, πόνεσε και πέθανε, ενώ με την Ανάστασή του χάρισε στην ανθρώπινη φύση την αφθαρσία και την αιώνιο ζωή. Έτσι ο Χριστός είναι ο νέος γενάρχης του ανθρώπινου γένους, η νέα ρίζα με την πρέπει να συνδεθούμε και να γίνουμε κοινωνοί της ζωής του.
Η ένωση με το Χριστό γίνεται με τα άγια μυστήρια σε συνδυασμό με την ασκητική ζωή. Με την άσκηση, από τη μια απέχουμε από κάθε τι που θα μπορούσε να μας απομακρύνει από τον Χριστό, όπως είναι οι σαρκικές ευχαριστήσεις, και από την άλλη αναλαμβάνουμε τους εκούσιους, δηλ. τους θεληματικούς πόνους  που μας πλησιάζουν προς το Χριστό, όπως της νηστείας της αγρυπνίας, της προσευχής της ταπεινώσεως, της ασκήσεως της αγάπης και γενικά όλων των αρετών. Ακόμα μέσα στην άσκηση είναι και η υπομονή στους πόνους που μας έρχονται χωρίς να τους θέλουμε και χωρίς να τους περιμένουμε. Στερήσεις, αποτυχίες, αρρώστιες, θάνατο.
Με αυτή τη φιλόπονη άσκηση ενεργοποιούμε τη χάρη των μυστηρίων, δείχνουμε την πίστη μας στο Χριστό και γινόμαστε κατάλληλοι για μεγαλύτερες δωρεές. «Εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω». Αντίθετα, χωρίς την ανθρώπινη θέληση και προσπάθεια η χάρη των μυστηρίων παραμένει ανενέργητη. Τα μυστήρια «δεν μας πιάνουν». Η έμπονη λοιπόν άσκηση είναι εκ των ων ουκ άνευ.
Αυτή η ορθόδοξη άσκηση είναι η κατά τον απ. Παύλον «πίστις» η «δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη», η κατά τον αδελφόθεον Ιάκωβον ζωντανή και ολοκληρωμένη πίστις που μας καθιστά φίλους του Θεού, και η κατά τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο μητέρα του αγιασμού, τον οποίο είθε όλοι μας να επιτύχουμε, καθ’ όσον χωρίς αυτόν κανείς δεν μπορεί να δει τον Κύριο, δηλαδή να σωθεί. Αμήν.

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ

Απόστολοι Πέτρος και ΠαύλοςΕορτάζει σήμερα η Εκκλησία μας τους «τῶν Ἀποστόλων πρωτοθρόνους καὶ πρωτοστάτας», τους διδασκάλους της οικουμένης, τους ποταμούς της σοφίας, τα πτερά της θεογνωσίας, τα χέρια του Ευαγγελίου της χάριτος, τα πόδια της αλήθειας τού κηρύγματος, τους μεγάλους φωστήρες της Εκκλησίας που έλαμψαν περισσότερο από τον ήλιο στο στερέωμα της πίστεως και επανέφεραν τα ειδωλολατρικά έθνη με τις ακτίνες του κηρύγματος από την άγνοια στη γνώση του Θεού, τους διηρημένους κατά τα σώματα και ενωμένους με το Πνεύμα το άγιο, … τα εντρυφήματα όλης της οικουμένης, τις θεόγραφες πλάκες της Καινής Διαθήκης. Τον μεν Πέτρον ως πρώτον των Αποστόλων, τον δε Παύλον, διότι κοπίασε περισσότερο από τους άλλους. Τον μεν που κλήθηκε από τον Θεό και όχι από τους ανθρώπους, τον δε που επάξια ονομάστηκε πέτρα, πάνω στην οποία πέτρα, την ακράδαντη πίστη της Εκκλησίας ο Κύριος στερέωσε, και κλειδούχο των ουρανίων πυλών κατέστησε.
Βέβαια αν ήθελε κανείς να αναφερθεί στη ζωή, τα έργα και τους λόγους τους, θα χρειαζόταν ώρες πολλές να ομιλεί, εξιστορώντας «τά κατά πόλιν δεσμὰ καὶ τὰς θλίψεις, τοὺς κόπους, τοὺς μόχθους, τάς αγρυπνίας, τάς ἐν λιμῷ καί δίψει κακοπαθείας, τάς ἐν ψύχει καί γυμνότητι, τήν σαργάνην (το δίχτυ), τους ραβδισμούς, τους λιθασμούς, τόν βυθόν, τά ναυάγια» και όλα τα άλλα τα οποία κοπίασαν κατά το κήρυγμα του Ευαγγελίου, και τα οποία υπέμειναν με τη χάρη του Χριστού που τους δυνάμωνε, για να κερδίσουν όλους, και να φέρουν την Εκκλησία στο Χριστό, και τέλος την ιερή τους τελευτή κατά την οποία ο μεν ανέβηκε στους ουρανούς με θάνατο σταυρικό, ο δε, με τον διά ξίφους μαρτυρικό θάνατο απήλθε προς τον Χριστό και επάξια μακαρίζεται.
Εμείς όμως ήδη γνωρίζουμε αρκετά απ’ αυτά, καθώς ακούμε κάθε τόσο τα Ευαγγέλια, τις Πράξεις και τις Επιστολές τους ή γνωρίζουμε ορισμένα άλλα στοιχεία από τα συναξάριά τους. Απ’ όλα δε αυτά, θα μπορούσε κάποιος πάρα πολλά να πάρει για την πνευματική του ζωή. Ας σταθούμε σε μερικά.
Πρώτον οι άγιοι Απόστολοι ήταν ιεραπόστολοι με όλη τη σημασία της λέξεως. Μεγάλοι διδάσκαλοι της οικουμένης.
Τι θα μπορούσε να πει σ’ εμάς αυτό; Μήπως να αρχίσουμε να δασκαλεύουμε τους άλλους;
“Αδελφοί μου, συμβουλεύει ο αδελφόθεος Ιάκωβος, μη γίνεσθε πολλοί διδάσκαλοι, διότι πρέπει να γνωρίζετε ότι οι δάσκαλοι θα κριθούμε πιο αυστηρά».
Το πρώτιστο και προτιμότερο και απαραίτητο είναι το να καθαρίσει καθένας μας την ψυχή του από τα πάθη. Διαφορετικά, αν δηλαδή κάποιος χωρίς προηγουμένως να έχει φροντίσει να αποκτήσει την πνευματική υγεία της ψυχής του επιχειρεί να σώσει τους άλλους, μπορεί να οδηγεί πράγματι άλλους στην επίγνωση του Θεού, να κάνει μεγάλα θαύματα, να ανασταίνει νεκρούς, αλλά ο ίδιος να χάσει την ψυχή του. Αντίθετα, αν θεράπευσε την ψυχή του από τα πάθη και έγινε άνθρωπος αρετής, τότε θέλει δεν θέλει θα διδάσκει τους άλλους, με το ζωντανό του παράδειγμα. Γι’ αυτό συμβουλεύει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος·
«Έλεγξε με τη δύναμη των αρετών σου αυτούς που σου αντιλέγουν και μη με την πιθανολογία των λόγων σου. Και με την πραότητα και τη γαλήνη των χειλέων σου κατασίγασε των απειθών την αναίδεια. ΄Ελεγξε τους ακόλαστους με την ευγένεια της συμπεριφοράς σου και τους αναίσχυντους κατά τις αισθήσεις, με το συγκράτημα των οφθαλμών σου».
Αλλά και όταν είναι απαραίτητο να πούμε κάτι, ας το πούμε με πολλή ταπείνωση:
Εάν δε λαλήσεις σε κάποιον κάτι από αυτά που πρέπει να πεις, συνεχίζει ο όσιος, μίλησε σαν μαθητής, και μη με αυθεντία και αναίδεια. Προκαταβολικά κατάκρινε τον εαυτό σου και δείξε ότι είσαι κατώτερος αυτού, για να δείξεις σ’ αυτούς που σ’ ακούν την τάξη της ταπεινώσεως, και να τους κινήσεις στο να ακούσουν τα λόγια σου και να τα εφαρμόσουν. Εάν δε μπορείς, μίλησε με δάκρυα, για να ωφελήσεις και τον εαυτό σου και αυτούς που σε ακούν και η χάρις του Θεού να είναι μαζί σου.
Δεύτερον. Ας μη ξεχνάμε ότι οι Απόστολοι, πριν γίνουν απόστολοι, υπήρξαν μαθητές του Χριστού. Επί τρία χρόνια μαθήτευσαν κοντά του. Και τέλος, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, οδηγήθηκαν από το ΄Αγιο Πνεύμα “εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν”. Και σε αυτό μπορούμε και πρέπει να τους μιμηθούμε. Να γίνουμε και εμείς μαθητές του Χριστού, μαθητές του Αγίου Πνεύματος.
Γι’ αυτό ας μελετάμε τα λόγια και τη ζωή του Χριστού αλλά και των Αποστόλων του και των αγίων Πατέρων μας και ας προσπαθούμε να τα εφαρμόζουμε στην καθημερινή μας ζωή. Ας προσπαθούμε τα καθημερινά προβλήματα και δυσκολίες να τα βλέπουμε και να τα αντιμετωπίζουμε με το πνεύμα του Ευαγγελίου και όχι με το τι λέει το δικό μας μυαλό ή με το πνεύμα του κόσμου τούτου ο οποίος «ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται». Αν θέλουμε να γίνουμε πραγματικοί χριστιανοί πρέπει να αφήσουμε τις δικές μας γνώμες και τα δικά μας θελήματα και να ακολουθήσουμε κατ’ αποκλειστικότητα το θέλημα του Θεού.
«ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολου­θείτω μοι».
Αυτή η μαθητεία στο Χριστό και η ακολουθία του Χριστού, βλέπουμε μέσα στην πνευματική παράδοση της Εκκλησίας μας, να γίνεται καλύτερα και ασφαλέστερα με το να βρούμε έναν σωστό, έναν «απλανή» οδηγό και να υπακούομε στις υποδείξεις του. ‘Έτσι με την υπακοή, μαθαίνουμε και προχω­ρούμε στην πνευματική ζωή.
Οι άγιοι Απόστολοι λοιπόν, υπήρξαν πρώτα μαθητές του Χριστού και στη συνέχεια κήρυκες του Ευαγγελίου. Όμως το πιο βασικό απ’ όλα υπήρξε το ότι αυτοί ειλικρινά πόθησαν τον Κύριο και όλα τα άλλα τα θεώρησαν σκύβαλα, για να κερδίσουν Αυτόν και μόνον Αυτόν. Εσύ, λέγει ο ιερός υμνωδός, απευθυνόμενος προς τον Απ. Παύλο, την προς τον Θεόν αγάπη, η οποία συνδέει αυτούς που αγαπούν με τον ποθούμενο, ειλικρινά προτίμησες από όλα.
Για τους αγίους Αποστόλους ο Χριστός ήταν το παν. Έτσι ευχαρίστως δέχονταν να στερηθούν απ’ όλα, αρκεί να μη έχαναν τον Χριστό.

Αυτόν τον ανεκτίμητο θησαυρό, τον Κύριό μας, είθε και εμείς έτσι να εκτιμούμε, έτσι να αγαπούμε, έτσι να διατηρούμε, τον Χριστό μας, που είναι η αλήθεια και η ζωή και η χαρά και ο παράδεισός μας. Αμήν.

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Του Αρχιμ. π. Λουκά Τσιούτσικα.

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Ματθ. δ΄ 18-23

Η ΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ

κληση των μαθητωνΚαθώς περπατούσε ο Κύριος μας, κατά την αρχή της δημοσίας δράσεώς του, στην παραλία της λίμνης της Γαλιλαίας, είδε δυο αδελφούς· τον Σίμωνα, τον μετέπειτα Πέτρο και τον αδελφό του Ανδρέα να βάζουν τα δίχτυα στη λίμνη, διότι ήταν ψαράδες, και τους είπε· ακολουθήστε με και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων. Και αυτοί αμέσως ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά του. Άφησαν τα δίχτυα τους και τον ακολούθησαν. Και πιο πέρα είδε δυο άλλους αδελφούς· τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη οι οποίοι στο πλοιάριο μαζί με τον πατέρα τους Ζεβεδαίο τακτοποιούσαν τα δίχτυα τους. Τους κάλεσε, και αυτοί παρόμοια άφησαν αμέσως το πλοίο και τον πατέρα τους και τον ακολούθησαν.
Έτσι έγινε η κλήση των πρώτων εκείνων μαθητών, οι οποίοι αφού μαθήτευσαν κοντά στο Χριστό επί τρία χρόνια, ακούοντας τη διδασκαλία, βλέποντας τη ζωή και τα θαύματά του, παρακολουθώντας τα πάθη και πιστοποιώντας την Ανάστασή του και καθώς τέλος γνώρισαν «πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» κατά την ημέρα της Πεντηκοστής έγιναν πραγματικά «ἁλιεῖς ἀνθρώ­πων», μεταφέροντάς τους από τον βυθό της αγνωσίας του Θεού στην επίγνωσή του, στη σωτηρία.
Όμως για να γίνουν όλα αυτά ήταν απαραίτητο οι μαθητές του Χριστού να αφήσουν τα πλοία, τα δίχτυα, τους συγγενείς, τα σπίτια τους και έτσι και σωματικά να ακολουθήσουν το Χριστό. Δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά εφ’ όσον έπρεπε να είναι συνέχεια κοντά του και έτσι να γίνουν εκείνο που έπρεπε να γίνουν. Πίστεψαν στο Χριστό, και πάνω από την αγάπη που φυσικό ήταν να έχουν προς τους οικείους τους τις δουλειές τους κ.τ.λ. έβαλαν την αγάπη προς εκείνον που τους καλούσε και έτσι τον ακολούθησαν.
Εμείς βέβαια, δυο χιλιάδες χρόνια μετά την πρώτη εκείνη παρουσία του Χριστού, δεν είναι ανάγκη να κάνουμε το ίδιο, δηλαδή σωματικά να αφήσουμε το περιβάλλον μας και σωματικά να ακολουθήσουμε το Χριστό. Οπωσδήποτε όμως χρειάζεται πνευματικά να κάνουμε το ίδιο, αν βέβαια θέλουμε να ακολουθούμε το Χριστό, να είμαστε ενωμένοι μαζί του, να ζούμε τη ζωή του, να τύχουμε των αγαθών της βασιλείας του, της ατελεύτητης μακαριότητάς του.
Θα μπορούσαμε να πούμε, με βάσει τα όσα μας λένε οι άγιοι Πατέρες μας, ότι όλος ο αγώνας μας ως χριστιανών, όλη η πνευματική μας προσπάθεια θα πρέπει να είναι πώς να απαγκιστρωθούμε από τα καλούδια του κόσμου τούτου, από τις σαρκικές ευχαριστήσεις, τις περιττές βιοτικές φροντίδες και γενικώς από κάθε τι που δεν είναι ο Θεός και να στρέψουμε όλο τον πόθο της ψυχής μας προς τον Χριστό, να προσκολληθούμε σε αυτόν και να ενωθούμε με αυτόν. Με άλλα λόγια να πραγματοποιήσουμε την πρώτη και μεγάλη και βασική αρετή, την αρετή της αγάπης, του πόθου προς τον Θεό. «Ἀγαπή­σεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου». Αυτός ο θείος πόθος, ή όπως αλλιώς λέγεται ο θείος έρωτας, συνιστά την καθαρότητα της καρδιάς και με αυτόν τον πόθο γίνεται ο άνθρωπος άξιος του Θεού, κατάλληλος να ενωθεί με το Θεό.
Κάθε άλλη αγάπη που την βάζουμε πάνω από την αγάπη του Θεού, κάθε πόθος που μας αποπροσανατολίζει από το Θεό, που ελαττώνει την αγάπη μας προς αυτόν αποτελεί πνευματική ακαθαρσία και εμπόδιο στην ένωσή μας με το Θεό. Κάθε προσκόλληση σε πράγματα ή πρόσωπα ακόμη και πολύ κοντινά μας καθιστά ανάξιους του Χριστού. «Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος. καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος». Αντίθετα «τὸ προσκολλᾶσθαι τῷ θεῷ ἀγαθόν ἐστιν». Και τούτο διότι η πηγή κάθε καλού και της αληθινής και αιώνιας ζωής είναι ο Θεός και η απομάκρυνση από αυτή την πηγή της ζωής αυτομάτως οδηγεί στο θάνατο.
Ο πιο πρόχειρος δε αλλά και ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να γίνει και να διατηρείται η ζωοποιός αυτή κοινωνία με τον ζωοδότη Χριστό είναι η λεγομένη νήψις, δηλαδή η πνευματική προσοχή και η προσευχή. Κατά τη διπλή αυτή πνευματική εργασία έχουμε στραμμένη μέσα μας την προσοχή και κοιτάζουμε κατά την ώρα της ευχής να μη έχουμε κανένα άλλο λογισμό, καμία άλλη σκέψη, ούτε κακή ούτε καλή, παρά μόνο το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Έτσι επιτυγχάνεται, πάντα με τη βοήθεια του Θεού, μία τετραπλή καθαρότητα. Πρώτον, άμεση καθαρότητα από δαιμονικές επήρειες καθώς με την αναφορά και επίκληση του ονόματος του Χριστού απομακρύνονται οι δαιμονικές δυνάμεις. Δεύτερον, καθαρότητα λογισμών καθώς διατηρούμε μόνο τον ένα λογισμό της ευχής. Τρίτον, επειδή οι λογισμοί είναι το προστάδιο και η βάση των πράξεων, με την καθαρότητα των λογισμών έχουμε αυτομάτως και καθαρότητα από αμαρτωλές πράξεις. Και τέταρτον, καθώς μέσα στην καρδιά μας έχουμε ένα μόνο πόθο, το να μας δοθεί το έλεος του Θεού, αποκτούμε καθαρότητα επιθυμιών, καθαρότητα καρδίας, την οποία τελειοποιεί, ολοκληρώνει κατά τρόπο μυστικό η χάρη του Χριστού, ο οποίος θα «ποιήσῃ τὴν ἐκδίκησιν τῶν ἐκλεκτῶν αὐτοῦ τῶν βοώντων πρὸς αὐτὸν ἡμέρας καὶ νυκτός».
Έτσι η πνευματική ζωή του χριστιανού δεν περιορίζεται στα στενά πλαίσια ενός ηθικισμού, δηλαδή απλώς στην επιτέλεση κάποιων εξωτερικών καλών έργων αλλά κατατείνει στην βαθειά αλλοίωση της καρδίας, κατατείνει στην κατά Θεόν αλλοίωση της προσωπικότητας του ανθρώπου, φυσική συνέπεια της οποίας είναι και τα καλά έργα και η αποφυγή της αμαρτίας. Για όλα αυτά όμως χρειάζεται χρόνος και κόπος και προπάντων η καθοδήγηση από έμπειρο πνευματικό οδηγό.
Φρόντισε λοιπόν, μας λέει ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, να αρέσεις στον Κύριο περιμένοντάς τον πάντα μέσα σου, … αναγκάζοντας το θέλημα και την προαίρεσή σου προς αυτόν πάντα να υψώνεται, και θα δεις να έρχεται και να μένει σε σένα. Διότι όσο συ συμμαζώνεις τον νου σου αναζητώντας τον, πολύ περισσότερο αυτός αναγκάζεται από την ευσπλαχνία και αγαθότητά του να έλθει προς εσένα και να σε αναπαύσει. Διότι στέκεται και βλέπει τον νου, τις σκέψεις, τις ενθυμίσεις, αν τον αναζητάς με όλη σου την ψυχή ή με αμέλεια και νωθρότητα. Και όταν δει την σπουδή προς αναζήτησή του, τότε σου φανερώνεται, σου δίνει τη βοήθειά του και σου χαρίζει τη νίκη γλυτώνοντάς σε από τους εχθρούς σου. Βλέποντας πως όλη σου την ελπίδα συνεχώς προς αυτόν έχεις, σε διδάσκει και σου δίνει προσευχή αληθινή, αγάπη αληθινή, που είναι αυτός ο ίδιος, και γίνεται για σένα τα πάντα· παράδεισος, ξύλον ζωής, μαργαρίτης͵ στέφανος͵ οἰκοδό­μος͵ γεωργός, ἄνθρωπος͵ Θεός͵ οἶνος͵ ὕδωρ ζῶν͵ πρόβατον͵ νυμφίος͵ πολε­μιστής͵ ὅπλον͵ πάντα ἐν πᾶσι Χριστός. Και όπως το νήπιο δεν ξέρει και δεν μπορεί να φροντίσει τον εαυτό του και μόνο κοιτάζει προς τη μητέρα του και κλαίει πότε να το σπλαχνιστεί και να το αναλάβει, έτσι και οι πιστές ψυχές πάντα μόνο στον Κύριο ελπίζουν και από αυτόν κάθε αρετή περιμένουν. Διότι όπως το κλήμα που ξεκόβεται από τον κορμό του αμπελιού ξεραίνεται, έτσι γίνεται και με αυτόν που θέλει να αποκτήσει πραγματική αρετή και να σωθεί χωρίς το Χριστό, στον οποίον ταιριάζει και οφείλουμε κάθε δόξα και προσκύνηση, στους αιώνες. Αμήν.

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Ματθ. ι΄ 32-33, 37-38, ιθ΄27-30

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

Αγιοι ΠάντεςΗ Εκκλησία μας σήμερα, αγαπητοί μου, εορτάζει τις στρατιές των Αγίων Πατέρων και Μητέρων, των Μαρτύρων, των Δικαίων, των Προφητών, των Αποστόλων, των Οσίων, των Ομολογητών, των Απολογητών, των γνωστών και αγνώστων Αγίων.
Είναι αυτοί οι άνθρωποι, που με τον αγώνα τους, την πίστη τους, και τα μαρτύριά τους, έδωσαν τη θέλησή τους στη θέληση του Θεού.
Είναι αυτοί που χαριτώθηκαν από το Πανάγιο Πνεύμα «το φωτίζων και αγιάζων πάντας ημάς».
Προβάλλονται σήμερα ως φωτεινά παραδείγματα για εμάς και μας υπενθυμίζουν τους τρόπους εκφράσεως για να οδηγηθούμε στην αγιότητα.
Η αγιότητα είναι αποτέλεσμα της συνδέσεως του ανθρώπου με τον Θεό. Κι αυτό γίνεται όταν πιστέψει αληθινά, τον δεχτεί στην καρδιά του, τον γευθεί μπαίνοντας μέσα στο πνεύμα του Θεού δια μέσου του Ευαγγελίου Του.
Πρέπει να υπάρχει και να μας διακατέχει μια βαθειά εσωτερική διάθεση μαθητείας και όχι μια εξωτερική δεοντολογική υποκίνηση.
Η ομολογία της πίστεως προϋποθέτει αγώνες και θυσίες, ακόμη και στερήσεις. Εάν όμως πηγάζουν από την αγάπη γίνονται σημεία αγιότητας.
Πάνω από τον Θεό δεν έχουμε ο δικαίωμα να αγαπήσουμε κανέναν. Και αυτό διότι πάνω από τον Θεό δεν υπάρχει κανένας. Παντού υπάρχει ο Θεός. Παντού υπάρχουν τα δημιουργήματα του Θεού και η κορωνίδα της δημιουργίας ο άνθρωπος που έχει την αναφορά του στον Θεό.
Επομένως την πρώτη θέση στην καρδιά μας πρέπει να την κατέχει ο Θεός. Αυτός μας προσφέρει τα πνευματικά και τα υλικά αγαθά. Σ’ αυτόν οφείλουμε την ύπαρξή μας. Αυτός μας προστατεύει. Αυτός μας ετοιμάζει την αιώνια μακαριότητα. Αυτός μας προσφέρει την αιωνιότητα.
Εάν δεν έχουμε εμπιστοσύνη στον Θεό, τότε χάνουμε από μέσα μας την ψυχική ηρεμία και την γαλήνη για να αντιμετωπίσουμε κάθε πόνο, κάθε δυσκολία και δυσάρεστο γεγονός στη ζωή μας.
Ο Θεός δεν μπορεί να αντικατασταθεί με κανέναν και με τίποτε. Αξίζει τον κόπο τα πάντα να αφήσουμε και να Τον ακολουθήσουμε.
Πριν ακόμη ονομαστούμε Χριστιανοί για πρώτη φορά στην Αντιόχεια, ονομαζόμασταν Άγιοι. Όλα τα μέλη της Εκκλησίας είχαν την ονομασία Άγιος. Και άγιος είναι αυτός που αγωνίζεται κατά της αμαρτίας. Είναι αυτός που δέχεται το μήνυμα του Ευαγγελίου και το εφαρμόζει στη ζωή του.
Αν ένας άνθρωπος κατόρθωσε να γίνει Άγιος, τότε όλοι μας έχουμε αυτή τη δυνατότητα. Ο καθένας από την θέση που έχει μέσα στην κοινωνία. Έχουμε παραδείγματα πάρα πολλά. Αγίους που βγήκαν μέσα από την αμαρτία. Αγίους που αγιάστηκαν μέσο του επαγγέλματός τους. Αγίους που χαριτώθηκαν από την ομολογία τους και μόνο στην πίστη στον ένα και αληθινό Θεό του σύμπαντος κόσμου. Αγίους που βαπτίστηκαν με το αίμα του μαρτυρίου τους. Αγίους που πήραν δύναμη μέσα από δοκιμασίες και πειρασμούς.
Και διακρίνουμε σ’ αυτούς τους Αγίους, την ταπεινοφροσύνη, την αγάπη, την πίστη, την συγχωρητικότητα, την υπομονή, και όλη την ανθοδέσμη των αρετών, που τους κάνει να γίνουν τα ευωδιαστά άνθη του Παραδείσου, και τα πάγχρυσα στόματα του λόγου.
Βλέπουμε μέσα από τους βίους τους να είναι ενωμένοι με τον Θεό, με την προσευχή, με τη νηστεία, με τη συμμετοχή τους στα μυστήρια της Εκκλησίας και την καθημερινή μελέτη του Θείου λόγου.
Αυτοί είναι οι εκλεκτοί του Θεού. Και δεν χρειάζεται ειδική συνταγή για να γίνει κάποιος Άγιος. Όλοι είμαστε καλεσμένοι στο μεγάλο τραπέζι για το μεγάλο δείπνο.
Μιμούμενοι και εμείς, αγαπητοί μου, το άγιο παράδειγμά τους, θα προστεθούμε στη χωρία τους για να γίνουμε υμνωδοί σε μια αιώνια ζωή, χαράς και μακαριότητας, στους κόλπους του Θεού. Αμήν.

❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖   ✟    ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖